Οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές κινούνται ανοδικά, αποκαθιστώντας σταδιακά τις απώλειες που προκάλεσε η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς οι προσδοκίες για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν ενισχύονται. Ο κινεζικός δείκτης CSI 300 είναι ο πιο πρόσφατος που έχει επιστρέψει στα επίπεδα πριν από την κρίση στα τέλη Φεβρουαρίου, ακολουθώντας τις αγορές της Ταϊβάν και της Σιγκαπούρης. Στη Wall Street, οι βασικοί δείκτες έχουν ήδη ανακτήσει το χαμένο έδαφος, με τον S&P 500 να πλησιάζει ξανά τα ιστορικά υψηλά του Ιανουαρίου. Παράλληλα, η αισιοδοξία για τη συνέχιση των συνομιλιών συγκρατεί τις τιμές του πετρελαίου κάτω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι. Αντίστοιχη εικόνα παρατηρείται και στα βιομηχανικά μέταλλα, με τον χαλκό να καλύπτει τις απώλειες των τελευταίων εβδομάδων.
Ο παγκόσμιος δείκτης MSCI All Country World ενισχύθηκε κατά 0,2%, επεκτείνοντας το ανοδικό σερί σε εννέα συνεχόμενες συνεδριάσεις, το μεγαλύτερο από τον Σεπτέμβριο. Η βελτίωση του κλίματος αποδίδεται στις προσδοκίες ότι μια ενδεχόμενη αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή θα συμβάλει στον περιορισμό των τιμών ενέργειας και του πληθωρισμού, στηρίζοντας παράλληλα την οικονομική δραστηριότητα. Οι δύο πλευρές επιδιώκουν νέο γύρο συνομιλιών τις επόμενες ημέρες, ενώ η ένταση στα Στενά του Ορμούζ συνεχίζει να επιβαρύνει την παγκόσμια ενεργειακή εικόνα ενόψει της λήξης της εκεχειρίας την επόμενη εβδομάδα.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η επιστροφή των ασιατικών αγορών —που είχαν πληγεί περισσότερο από τη σύγκρουση— αποτελεί ένδειξη αυξανόμενης εμπιστοσύνης των επενδυτών ότι η κρίση μπορεί να αποκλιμακωθεί. Ενδεικτικά, το υπεράκτιο γουάν ενισχύθηκε για όγδοη συνεχόμενη ημέρα. Ο δείκτης MSCI Ασίας–Ειρηνικού κατέγραψε άνοδο 1,3%, με τη Νότια Κορέα να ηγείται των κερδών, καθώς ο βασικός της δείκτης Kospi ενισχύθηκε κατά 3%, αποτελώντας έναν από τους ισχυρότερους παγκοσμίως για το 2026.
Στην αγορά ενέργειας, το Brent κινήθηκε με διακυμάνσεις, σημειώνοντας οριακή άνοδο 0,3% στα 95 δολάρια το βαρέλι, αφού προηγουμένως υποχώρησε έως τα 93,93 δολάρια, μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του. Ο χρυσός κατέγραψε ήπια πτώση, υποχωρώντας κοντά στα 4.830 δολάρια ανά ουγκιά, ενώ τα αμερικανικά ομόλογα διατήρησαν τα κέρδη τους, καθώς η υποχώρηση των τιμών ενέργειας μετρίασε τις πληθωριστικές πιέσεις. Ο δείκτης δολαρίου του Bloomberg παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, έπειτα από επτά συνεχόμενες πτωτικές συνεδριάσεις.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι συνομιλίες ενδέχεται να επαναληφθούν εντός των επόμενων ημερών στο Πακιστάν, μετά τον μαραθώνιο αλλά ατελέσφορο γύρο επαφών στο Ισλαμαμπάντ. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ συνεχίζουν τον ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, προσπαθώντας να περιορίσουν τις εξαγωγές πετρελαίου του Ιράν, εν μέσω εντεινόμενου ανταγωνισμού για τον έλεγχο της στρατηγικής αυτής θαλάσσιας αρτηρίας. Οι επενδυτές εξακολουθούν να κινούνται σε περιβάλλον υψηλής μεταβλητότητας, ωστόσο εμφανίζονται πλέον πιο ανθεκτικοί στις διακυμάνσεις, έχοντας προσαρμοστεί στις γεωπολιτικές εξελίξεις αντί να αντιδρούν σπασμωδικά.
Αναλυτές του Bloomberg επισημαίνουν ότι οι ασιατικοί δείκτες βρίσκονται σε τροχιά σύγκλισης με τα προπολεμικά υψηλά των αμερικανικών αγορών, με τις ανθεκτικές προσδοκίες για εταιρικά κέρδη να αποτελούν βασικό στήριγμα. Η δυναμική της ανάκαμψης αναμένεται να ενισχυθεί όσο οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ στις επιχειρήσεις παραμένουν περιορισμένες. Στο επίκεντρο παραμένουν και τα εταιρικά αποτελέσματα πρώτου τριμήνου, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζει να επηρεάζει τις οικονομικές προοπτικές.
Οι μετοχές της JPMorgan Chase υποχώρησαν παρά τα ισχυρά έσοδα από trading, ενώ η Citigroup κατέγραψε άνοδο μετά την ανακοίνωση της υψηλότερης απόδοσης των τελευταίων πέντε ετών σε ενσώματα ίδια κεφάλαια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε και η BlackRock, η οποία προσέλκυσε καθαρές εισροές 130 δισ. δολαρίων το πρώτο τρίμηνο, επιβεβαιώνοντας ότι η επενδυτική ζήτηση παραμένει ισχυρή παρά την αβεβαιότητα. Η μετοχή της ενισχύθηκε κατά 3%. Παρά τις πιέσεις από την εφοδιαστική αλυσίδα, τους δασμούς και την ενεργειακή κρίση, οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, στοιχείο που λειτουργεί καθησυχαστικά για τις αγορές και στηρίζει τη σταδιακή επιστροφή της επενδυτικής εμπιστοσύνης.