Η ανάγκη για καλύτερη σύνδεση μεταξύ εκπαίδευσης, έρευνας, καινοτομίας και των πραγματικών αναγκών της οικονομίας βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης με τίτλο «The Future of Skills: Bridging the Gap Between Education and the Modern Economy», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών (22-25 Απριλίου). Η συζήτηση συντονίστηκε από την κυρία Μαρίλη Μέξη, Senior Policy Advisor & Research Lead στο Geneva Graduate Institute και Visiting Fellow του Cornell University Global Labor Institute.
Η Υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, κυρία Σοφία Ζαχαράκη, αναγνώρισε ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες πρέπει να ξεκινήσει με ειλικρίνεια, καθώς το εκπαιδευτικό σύστημα αλλάζει αργά, ενώ καλείται να ενσωματώσει μεγάλες τεχνολογικές και κοινωνικές τάσεις. «Λειτουργούμε με υποδομές που μας θυμίζουν τα σχολεία που πήγαμε και εμείς ή και οι γονείς μας, ακόμα και οι παππούδες μας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Η Υπουργός αναφέρθηκε στο περιεχόμενο σπουδών, στα νέα προγράμματα και στην αλλαγή των σχολικών βιβλίων από το 2027, σημειώνοντας ότι ήδη έχουν αλλάξει τα βιβλία πληροφορικής στο Γυμνάσιο και ότι προχωρά η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, όχι μόνο στα νέα προγράμματα σπουδών, αλλά και στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η κυρία Ζαχαράκη τόνισε ότι η τεχνολογική μετάβαση αφορά και τα παιδιά σε ειδικά ή δυσπρόσιτα σχολεία και συνδέεται με την κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή. Υπογράμμισε ότι η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να συνδυάζονται με δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η ανθεκτικότητα, η προσαρμοστικότητα, η συνεργασία, η δημιουργικότητα και η επίλυση προβλημάτων. «Θέλουμε να κάνουμε πιο δυνατά παιδιά, ευπροσάρμοστα, ανθεκτικά και να καταλαβαίνουν ότι η νέα συνθήκη είναι η αλλαγή και η κρίση», ανέφερε.
Αναφέρθηκε επίσης στη στρατηγική για την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση για την περίοδο 2025-2027, καθώς και στη λειτουργία περιφερειακών και κεντρικών συμβουλίων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, ώστε οι αποφάσεις για νέες ειδικότητες και δομές να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και των επιχειρήσεων. Στο πεδίο της επαγγελματικής εκπαίδευσης, σημείωσε ότι έχει καταγραφεί αύξηση 15% στην εγγραφή αποφοίτων Γυμνασίου στα Επαγγελματικά Λύκεια, ενώ αναφέρθηκε και στην αύξηση των πόρων για τη μαθητεία από 85 εκατ. ευρώ σε περίπου 150 εκατ. ευρώ.
Ο κ. Γιώργος Μάργωνης, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Παπαστράτος, στάθηκε στο χάσμα ταχύτητας ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παραγωγή. Όπως σημείωσε, «παρατηρείται αναντιστοιχία ρυθμού ανάμεσα στα συστήματα της εκπαίδευσης και της παραγωγικής πραγματικότητας». Αναφερόμενος στην τεχνητή νοημοσύνη, την αυτοματοποίηση, τη ρομποτική, την πράσινη μετάβαση, το δημογραφικό και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, υπογράμμισε ότι οι αλλαγές συντελούνται ταυτόχρονα και με μεγάλη ταχύτητα. Τόνισε ότι οι εταιρείες δεν μπορούν πλέον να είναι παθητικοί αποδέκτες ταλέντων και χρειάζεται να συγχρονίσουν το ρυθμό τους με την εκπαίδευση.
Παρουσιάζοντας στοιχεία έρευνας που έτρεξε η MARC για λογαριασμό της Παπαστράτος, ανέφερε ότι σχεδόν το 90% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την εργασία, ενώ σχεδόν οι μισοί θεωρούν ότι οι Έλληνες δεν είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν σε αλλαγές. Παράλληλα, 85% δηλώνει πρόθυμο να εκπαιδευτεί σε νέες τεχνολογίες και περίπου το 70% χρησιμοποιεί ή σκοπεύει να χρησιμοποιήσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. «Αυτό εμένα με κάνει αισιόδοξο», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η επιχειρηματική κοινότητα πρέπει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο στον συντονισμό και στην προετοιμασία των εργαζομένων.
Ο Πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κ. Ιωάννης Χατζηγεωργίου, υπογράμμισε ότι η έρευνα και η καινοτομία αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την ανάπτυξη των ιδρυμάτων και της χώρας. Αναφερόμενος στη συμβολή της έρευνας στην οικονομία, σημείωσε ότι το ΕΜΠ διαθέτει ετήσιο προϋπολογισμό έρευνας 120 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά, μαζί με χρηματοδοτήσεις από άλλους φορείς, το ποσό φτάνει τα 650 εκατ. ευρώ στην τετραετία. Τόνισε ότι η συμβολή αυτή είναι άμεση, μέσω φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, αλλά και έμμεση, καθώς «μέσω της έρευνας θα δημιουργηθούν καινοτόμες ιδέες, που μπορούν να παράξουν προϊόντα που θα εισαχθούν στην αγορά».
Ο κ. Κωνσταντίνος Πουλιάκας, Expert, Skills and Workplaces, Department for VET and Skills του CEDEFOP, ανέδειξε τη σημασία των δεδομένων για την κατανόηση των αναγκών σε δεξιότητες στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Σημείωσε ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ένα ισχυρό mega trend, αλλά όχι το μόνο. Στάθηκε επίσης στο δημογραφικό, στη γήρανση του πληθυσμού, στα νέα μοντέλα απασχόλησης και στο ευρύτερο περιβάλλον κοινωνικοοικονομικών αλλαγών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, σχεδόν 40% των Ευρωπαίων εργαζομένων χρειάστηκε το τελευταίο έτος να μάθει νέες ψηφιακές τεχνολογίες στον χώρο εργασίας, ενώ περίπου τρεις στους δέκα Ευρωπαίους εργαζομένους χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στα καθήκοντά τους.
Κοινό συμπέρασμα ήταν ότι το μέλλον των δεξιοτήτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά: απαιτεί καλύτερα δεδομένα, ταχύτερη προσαρμογή, συνεργασία εκπαίδευσης και παραγωγής, επένδυση στην πρακτική εμπειρία και μια νέα ισορροπία ανάμεσα στις τεχνολογικές και τις ανθρώπινες δεξιότητες.