Η εμφάνιση του αυθώδους πυρετού στη Λέσβο αναδεικνύει τον εξαγωγικό κίνδυνο για την ελληνική γαλακτοκομική βιομηχανία, καθώς βασικοί εμπορικοί προορισμοί έχουν ήδη ενεργοποιήσει αυστηρότερα πρωτόκολλα εισόδου για τυροκομικά και άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα. Αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία, η Σερβία και η Αλβανία έχουν προχωρήσει στην έκδοση επικαιροποιημένων οδηγιών, θέτοντας αυστηρές προϋποθέσεις συμμόρφωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι απαιτήσεις εστιάζουν στην υπερπαστερίωση ως βασικό κριτήριο βιοασφάλειας, με τη Σερβία και την Αλβανία να υιοθετούν αυτή την πιο στοχευμένη στάση ως προς τη θερμική επεξεργασία των εισαγόμενων προϊόντων.

Αυτή η εξέλιξη δημιουργεί ένα περιβάλλον αυξημένου κανονιστικού ρίσκου για τις ελληνικές εξαγωγές, επηρεάζοντας δυνητικά τόσο τη ροή προϊόντων όσο και τη διαπραγματευτική θέση των επιχειρήσεων στις συγκεκριμένες αγορές. Παράγοντες της βιομηχανίας αναφέρουν ότι η κατάσταση είναι «υψηλής επιφυλακής», υπογραμμίζοντας ότι η διαχείριση των ζωονόσων είναι πλέον κρίσιμος παράγοντας όχι μόνο για τη θωράκιση του ζωικού κεφαλαίου αλλά και για τη διατήρηση της εξαγωγικής δυναμικής του κλάδου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη άμεσης ενεργοποίησης μηχανισμών αποζημίωσης και αναπλήρωσης εισοδήματος για τους παραγωγούς, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος αποεπένδυσης και εξόδου από την παραγωγική δραστηριότητα.

Παράλληλα, η έγκαιρη επιδότηση ζωοτροφών κρίνεται κομβική για τη διατήρηση της λειτουργίας των σταυλισμένων μονάδων, σε μια περίοδο όπου το κόστος συντήρησης αυξάνεται και η αβεβαιότητα εντείνεται. Την ίδια στιγμή, η υγειονομική θωράκιση της παραγωγικής βάσης παραμένει ζητούμενο. Όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι της γαλακτοβιομηχανίας, σημαντικός αριθμός τυροκομείων δεν πληροί τις απαραίτητες προδιαγραφές βιοασφάλειας, γεγονός που δυσχεραίνει τον περιορισμό της διασποράς του νοσήματος.

Στο μέτωπο της ευλογιάς, παρά τη σχετική ύφεση των κρουσμάτων, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη, καθώς οποιαδήποτε νέα έξαρση θα μεταθέσει εκ νέου τον χρονικό ορίζοντα για την ανασυγκρότηση του κλάδου. Σε αυτό το πλαίσιο, το «παράθυρο» για την επόμενη ημέρα της ελληνικής κτηνοτροφίας εξαρτάται άμεσα από την αποτελεσματικότητα των υγειονομικών παρεμβάσεων και τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών.

Στα μέτρα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή για τον περιορισμό του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο αναφέρθηκε ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, επισημαίνοντας ότι η απαγόρευση διακίνησης ζωικών προϊόντων από το νησί αποτελεί κρίσιμη παρέμβαση για τη θωράκιση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ο βασικός κίνδυνος δεν εντοπίζεται στο ίδιο το προϊόν, αλλά στους φορείς μετάδοσης εντός της αλυσίδας logistics — όπως συσκευασίες, παλέτες, μεταφορικά μέσα και εξοπλισμός — γεγονός που επιβάλλει αυστηρό έλεγχο σε κάθε στάδιο διακίνησης.

Έχει ήδη διαμορφωθεί ειδικό πρωτόκολλο, σε συνεννόηση με χώρες που εφαρμόζουν υψηλά στάνταρ βιοασφάλειας, όπως η Αυστραλία, το οποίο εξειδικεύει τις διαδικασίες για παραγωγούς, τυροκομεία και μεταφορικούς κρίκους. Ο Γενικός Γραμματέας προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη διασπορά της νόσου στην ηπειρωτική χώρα θα είχε συστημικές επιπτώσεις για το σύνολο της εγχώριας κτηνοτροφίας, χαρακτηρίζοντας τα μέτρα «επώδυνα αλλά αναγκαία». Σε ό,τι αφορά την προέλευση της νόσου, εκτίμησε ότι πιθανότατα συνδέεται με μεταφορά μέσω υλικών ή ζώων από την Τουρκία.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η θανάτωση ζώων αποτελεί υποχρεωτική πρακτική εκρίζωσης βάσει ευρωπαϊκών κατευθύνσεων, με περισσότερα από 500.000 ζώα να έχουν ήδη θανατωθεί το τελευταίο διάστημα. Ο εμβολιασμός εξετάζεται ως συμπληρωματικό εργαλείο και θα αποφασιστεί με επιστημονικά κριτήρια. Όσον αφορά τις οικονομικές ενισχύσεις, προγραμματίζεται νέος κύκλος αποζημιώσεων προς τους πληγέντες παραγωγούς έως το τέλος Απριλίου, επισημαίνοντας ότι η αποτελεσματικότητα των μέτρων εξαρτάται από τη συνδυαστική εφαρμογή οικονομικής στήριξης, αυστηρών ελέγχων και πλήρους συμμόρφωσης των εμπλεκόμενων.