Η αρχή του 2026 παρουσιάζει στις αγορές μια λιγότερο ταραχώδη εικόνα σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν, αν και η ερμηνεία της παραμένει περίπλοκη. Οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμένουν υψηλές, από τη Βενεζουέλα έως τη Μέση Ανατολή, ωστόσο η τιμή του πετρελαίου κινείται σε σχετικά συγκρατημένα επίπεδα, ενώ οι χρηματιστηριακές αγορές εμφανίζουν χαμηλότερη μεταβλητότητα σε σχέση με το 2025. Αυτό υποδηλώνει ότι τα σοκ δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει αρχίσει να τα απορροφά με πιο σταδιακό τρόπο. Η αλλαγή είναι κυρίως διαρθρωτική.

Μετά από χρόνια προκλήσεων – όπως η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία – το 2026 φαίνεται να είναι το έτος κατά το οποίο οι συσσωρευμένες επιπτώσεις πολιτικών και νομισματικών αποφάσεων αρχίζουν να αντανακλώνται στην πραγματική οικονομία. Το 2025, η ανακοίνωση των αμερικανικών δασμών κατά τη λεγόμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης» προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου αντίδραση στις αγορές, με μια φάση αποστροφής ρίσκου και γενικευμένη πώληση αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων. Το δολάριο, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και οι μετοχές υποχώρησαν ταυτόχρονα, σπάζοντας μια ιστορική συσχέτιση. Στις στιγμές μέγιστης έντασης, το δολάριο έχασε σχεδόν το 12% της αξίας του, τροφοδοτώντας φόβους για έντονη επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας.

Ωστόσο, ο μακροοικονομικός αντίκτυπος αποδείχθηκε πιο περιορισμένος από ό,τι αναμενόταν. Η αμερικανική οικονομία εκτιμάται ότι έκλεισε το 2025 με ανάπτυξη γύρω στο 2%, παρά την επιβράδυνση της αγοράς εργασίας και τις εμπορικές εντάσεις. Η Ευρωζώνη επίσης επέδειξε ανθεκτικότητα, ενώ η Κίνα φαίνεται να πέτυχε τον στόχο ανάπτυξης κοντά στο 5%, με στήριξη από ισχυρές εξαγωγές. Οι διμερείς συμφωνίες που διαπραγματεύθηκαν μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 2025 με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και την Κίνα μείωσαν σημαντικά την αβεβαιότητα.

Οι συμφωνίες αυτές μείωσαν τον μέσο δασμολογικό συντελεστή των ΗΠΑ, ο οποίος υποχώρησε από το ανώτατο επίπεδο του 23% σε περίπου 15%. Οι δασμοί δεν αποτελούν πλέον αιφνίδιο σοκ, αλλά έναν αργό μηχανισμό επιβράδυνσης. Πολλές επιχειρήσεις αρχικά απορρόφησαν το αυξημένο κόστος ή προχώρησαν σε προαγορές εισαγωγών, αναβάλλοντας την επίδραση στις τελικές τιμές. Ωστόσο, το «μαξιλάρι» αυτό τείνει να εξαντλείται, με τα περιθώρια κέρδους να παραμένουν υπό πίεση.

Η νέα αυτή ισορροπία αποτυπώνεται και στο δολάριο, το οποίο υποχώρησε έναντι όλων των κύριων νομισμάτων το 2025, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στην αντίληψη του κινδύνου. Η επιβράδυνση της αγοράς εργασίας και η πολιτική αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της Federal Reserve καθιστούν δύσκολη την υπόθεση μιας διαρθρωτικής ανάκαμψης μέσα στο 2026. Στον τομέα των τιμών, ο παγκόσμιος πληθωρισμός συνεχίζει να προσεγγίζει τους στόχους των κεντρικών τραπεζών, με τις υπερβάσεις της μεταπανδημικής περιόδου να έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί.

Κοιτώντας προς το 2026, αναμένουμε ένα έτος ανθεκτικής ανάπτυξης, με στήριξη από τη χαλάρωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών και τον επενδυτικό κύκλο στην τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs, οι επενδύσεις στην ΤΝ από τους μεγάλους τεχνολογικούς hyperscalers αναμένεται να φθάσουν τα 527 δισ. δολάρια το 2026. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται να πλησιάζει το τέλος του κύκλου της, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο τα περιθώρια για περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων είναι περιορισμένα.

Στην Ευρώπη, το 2026 ενδέχεται να σηματοδοτήσει μια πιο σαφή αλλαγή ρυθμού, με το γερμανικό πρόγραμμα υποδομών ύψους 500 δισ. ευρώ να αναμένεται να αρχίσει να παράγει απτά αποτελέσματα. Αντίθετα, η βρετανική οικονομία φαίνεται να υστερεί, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση και μια αγορά εργασίας που ψύχεται ταχέως. Η Κίνα συνεχίζει να κινείται σε μια εύθραυστη ισορροπία, με τις εξαγωγές να αντέχουν, αλλά την εγχώρια ζήτηση να παραμένει αδύναμη.

Το 2026 διαγράφεται ως ένα έτος λιγότερο κυριαρχούμενο από αιφνίδια σοκ και περισσότερο από επιλεκτικότητα. Οι αγορές θα συνεχίσουν να κινούνται, ανταμείβοντας τα θεμελιώδη μεγέθη και την ικανότητα κάθε χώρας να προσαρμοστεί σε ένα πιο κατακερματισμένο παγκόσμιο περιβάλλον.