Αν ο Ιανουάριος ήταν ένα πάρτι στην αγορά πολύτιμων μετάλλων, ο Φεβρουάριος είναι το hangover. Η τιμή του χρυσού ανά ουγγιά ξεπέρασε τα 5.300 δολάρια και το ασήμι έφτασε σχεδόν τα 120 δολάρια στα τέλη Ιανουαρίου, πριν σημειώσει απότομη πτώση. Το εύρος των κερδών-ρεκόρ και των απωλειών έχει σταθεροποιηθεί τις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου. «Οι εν λόγω διακυμάνσεις των τιμών έχουν προκαλέσει μεγάλη ζημιά σε όλη την αλυσίδα», δήλωσε ο αναλυτής πολύτιμων μετάλλων της HSBC, Τζέιμς Στιλ, στο Business Insider.

Το είδος των επιχειρήσεων που επωμίζονται το βάρος της μεταβλητότητας είναι τα καταστήματα πώλησης νομισμάτων, όπου γίνεται εμπόριο χρυσού και αργύρου, διαδραματίζοντας ουσιαστικό ρόλο στην κυκλοφορία τους και παρέχοντας έναν αξιόπιστο τρόπο στους ιδιώτες να πωλούν τις ράβδους, τα νομίσματα ή τα μεταλλικά σκραπ. Οι υψηλές τιμές έχουν οδηγήσει σε μαζικές πωλήσεις από την πλευρά των πολιτών, με τα καταστήματα να έρχονται σε δύσκολη θέση καθώς δυσκολεύονται να διαθέσουν τις τεράστιες ποσότητες, ενώ οι ταχέως μεταβαλλόμενες τιμές spot εξανεμίζουν τα περιθώρια κέρδους.

Συνήθως, μέρος των ποσοτήτων που αγοράζουν πωλείται ξανά στους πελάτες, αλλά το μεγαλύτερο μέρος καταλήγει στα διυλιστήρια για να λιώσει και να κοπεί σε νέες ράβδους ή κέρματα. Ωστόσο, πολλά διυλιστήρια έχουν φτάσει στα όριά τους. Ο Τζάρετ Νις, πρόεδρος της Precious Metal Refining Services στο Σικάγο, ανέφερε ότι η εταιρεία του σταμάτησε να αγοράζει ασημένια αντικείμενα από τον Οκτώβριο, όταν η τιμή ξεπέρασε τα 50 δολάρια. «Έγινε χαμός. Έφερναν ασημικά, δίσκους και ό,τι αντικείμενο υπήρχε ξεχασμένο στα ντουλάπια», πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι η κατάσταση έχει γίνει ακόμη πιο χαοτική τους τελευταίους μήνες.

Καθώς τα διυλιστήρια σταμάτησαν να αγοράζουν, μειώθηκε η ρευστότητα των νομισματοπωλείων. Παρ' όλα αυτά, λόγω του ρόλου τους στις τοπικές αγορές, τα αξιόπιστα καταστήματα νομισμάτων δεν μπορούν απλώς να σταματήσουν να αγοράζουν. Αναζητούν τρόπους προσαρμογής, αλλά αυτό είναι μια δύσκολη ισορροπία. «Αν το κάνεις λάθος, ξεμένεις από κεφάλαια πολύ γρήγορα», δήλωσε ο Τομ Σπόερλ, διευθυντής στο Rick’s Olde Gold, στο Μάντισον. «Δεν θέλουν να κρατούν μέταλλα και να τα χρηματοδοτούν για μεγάλο χρονικό διάστημα», πρόσθεσε ο Στιλ.

Δύο από αυτά τα καταστήματα άρχισαν πρόσφατα να επιβάλλουν πλαφόν στην ποσότητα που θα αγοράζουν ανά άτομο ημερησίως, μια κίνηση που τους επιτρέπει να εξυπηρετούν περισσότερους πελάτες και να παρέχουν μετρητά σε όσους τα χρειάζονται για έξοδα όπως οι ετήσιες πληρωμές φόρων ή οι ιατρικοί λογαριασμοί. Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει πώς θα κινηθούν οι τιμές τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες, αλλά οι δύο ιδιοκτήτες δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν να προσπαθούν να βρουν τη χρυσή τομή μεταξύ της εξυπηρέτησης των πελατών και της μη υπέρβασης των ισολογισμών τους. «Το να σταματήσουμε να αγοράζουμε τώρα θα ήταν λίγο περίεργο», τόνισε ο ένας. «Πρόκειται για κάτι που δεν έχουμε ξαναζήσει, οπότε πρέπει να συμβαδίσουμε με τη ροή και να βρούμε τι πρέπει να κάνουμε τη δεδομένη στιγμή».