Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να προχωρά σε αναδίπλωση ενός από τα πιο εμβληματικά μέτρα της δεύτερης θητείας του, καθώς σχεδιάζει να περιορίσει μέρος των δασμών που είχαν επιβληθεί σε προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου. Αυτή η κίνηση έρχεται σε μια περίοδο έντονης ανησυχίας των Αμερικανών για το κόστος ζωής, με την ακρίβεια να διαβρώνει τη δημοτικότητα του προέδρου ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ των Financial Times, η αμερικανική κυβέρνηση επανεξετάζει τη λίστα των προϊόντων που επιβαρύνονται με δασμούς και σχεδιάζει να εξαιρέσει ορισμένα είδη, να «παγώσει» την περαιτέρω επέκταση των καταλόγων και να στραφεί σε πιο στοχευμένες έρευνες εθνικής ασφάλειας για συγκεκριμένα προϊόντα.
Το περασμένο καλοκαίρι, ο Λευκός Οίκος είχε επιβάλει δασμούς έως και 50% στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, επεκτείνοντάς τους σε σειρά τελικών προϊόντων που κατασκευάζονται από τα δύο μέταλλα, όπως πλυντήρια ρούχων και φούρνους. Ωστόσο, αξιωματούχοι του υπουργείου Εμπορίου και του γραφείου του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ εκτιμούν ότι οι δασμοί επιβάρυναν τελικά τους Αμερικανούς καταναλωτές, αυξάνοντας τις τιμές ακόμη και σε καθημερινά είδη, όπως τα ταψιά και οι συσκευασίες τροφίμων.
Η «καταιγίδα» δασμών του Τραμπ έχει οδηγήσει τους αμερικανικούς δασμούς στο υψηλότερο επίπεδο από την προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου περίοδο. Ωστόσο, ο πρόεδρος έχει επανειλημμένα αναγκαστεί να μετριάσει τα πιο αυστηρά μέτρα, καθώς η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια διογκώνεται. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Pew Research Center, πάνω από το 70% των Αμερικανών αξιολογεί τις οικονομικές συνθήκες ως μέτριες ή κακές, ενώ το 52% θεωρεί ότι οι οικονομικές πολιτικές του Τραμπ επιδείνωσαν την κατάσταση.
Ήδη η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε εξαιρέσεις για δημοφιλή τρόφιμα, προσπαθώντας να περιορίσει τις αυξήσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Παράλληλα, προχώρησε σε εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, μετά τα αντίμετρα του Πεκίνου. Η χαλάρωση των δασμών σε χάλυβα και αλουμίνιο ερμηνεύεται ως έμμεση παραδοχή ότι το κόστος μετακυλίεται στους Αμερικανούς, παρά τους ισχυρισμούς ότι το βάρος θα το επωμίζονταν οι ξένες εταιρείες.
Οι δασμοί έχουν προκαλέσει πολιτικές τριβές ακόμη και εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Την Τετάρτη, μέλη των Ρεπουμπλικανών ενώθηκαν με τους Δημοκρατικούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων, καταψηφίζοντας την πρόταση για δασμούς στον Καναδά, σε μια κίνηση – μομφή για τον εμπορικό πόλεμο με τον δεύτερο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο των ΗΠΑ. Ο Τραμπ αναμένεται να ασκήσει βέτο, διατηρώντας τα μέτρα σε ισχύ.
Η μερική υπαναχώρηση επιδιώκει επίσης να βάλει τάξη σε μια σύνθετη και διογκούμενη διαδικασία άσκησης πιέσεων στην Ουάσιγκτον. Μέσω της λεγόμενης διαδικασίας «συμπερίληψης», αμερικανικές επιχειρήσεις μπορούσαν να ζητούν την επιβολή δασμών σε ανταγωνιστικά ξένα προϊόντα που περιέχουν χάλυβα ή αλουμίνιο, επικαλούμενες λόγους «εθνικής ασφάλειας». Το αποτέλεσμα ήταν ένας εκτενής κατάλογος οικιακών και βιομηχανικών προϊόντων που επιβαρύνονται με δασμούς έως 50% λόγω της μεταλλικής τους σύστασης.
Αξιωματούχοι εκτιμούν ότι το καθεστώς δασμών έχει γίνει «υπερβολικά περίπλοκο για να εφαρμοστεί», ενώ δεν έλειψαν και παράδοξα περιστατικά, όπως ευρωπαϊκή εταιρεία που πλήρωσε διαφορετικούς δασμούς για τέσσερα πανομοιότυπα κοντέινερ μηχανημάτων που εξήγαγε στις ΗΠΑ. Χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μεξικό, ο Καναδάς και κράτη-μέλη της Ε.Ε. ενδέχεται να ωφεληθούν από πιθανή χαλάρωση των μέτρων.
Η εξέλιξη επιβεβαιώνει ότι η εμπορική πολιτική του Τραμπ, βασισμένη σε επιθετικούς δασμούς και επίκληση της «εθνικής ασφάλειας», βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη όχι μόνο με διεθνείς αντιδράσεις αλλά και με την εσωτερική πολιτική πραγματικότητα: την πίεση των ψηφοφόρων που βλέπουν το κόστος ζωής να παραμένει υψηλό.