Η Goldman Sachs αναβάθμισε τον στόχο για τον Γενικό Δείκτη στις 2.500 μονάδες από 2.300, κατά την περίοδο μεταξύ των δύο τελευταίων αναφορών της (21 Ιανουαρίου – 11 Φεβρουαρίου). Αυτή η μεταβολή δεν προκύπτει από αλλαγή αποτίμησης, αλλά από την αλλαγή της θέσης της ελληνικής αγοράς στον συγκριτικό πίνακα των αναδυόμενων αγορών.

Στον πίνακα του Ιανουαρίου, η Ελλάδα διαπραγματευόταν περίπου στις 10 φορές τα κέρδη, με απόδοση περίπου 9% από την αρχή του έτους και αύξηση κερδών κοντά στο 16% σε δωδεκαμηνιαίο ορίζοντα. Η μερισματική απόδοση ήταν περίπου 5% και η αγορά κινούνταν κοντά στον μέσο όρο των αναδυόμενων αγορών, όπου ο δείκτης διαπραγματευόταν γύρω στις 13,1 φορές κέρδη με αύξηση κερδών περίπου 21,5%.

Στον νεότερο πίνακα του Φεβρουαρίου, η αποτίμηση της Ελλάδας χαμηλώνει περαιτέρω στις 9,5 φορές, η μερισματική απόδοση αυξάνεται περίπου στο 6% και η αύξηση κερδών φτάνει περίπου το 31% σε δολάριο. Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος των αναδυόμενων αγορών διαμορφώνεται σε περίπου 13,5 φορές κέρδη και αύξηση περίπου 15%. Έτσι, η Ελλάδα μετακινείται από «κοντά στον μέσο όρο» σε κατηγορία χαμηλότερης αποτίμησης αλλά υψηλότερης αύξησης κερδών.

Η αλλαγή αυτή είναι εμφανής, καθώς τον Ιανουάριο η Ελλάδα είχε χαμηλότερο P/E από τα αναδυόμενα, αλλά και χαμηλότερη αύξηση κερδών. Τον Φεβρουάριο, διατηρεί χαμηλότερο P/E αλλά εμφανίζει πλέον υψηλότερη αύξηση κερδών από τον δείκτη. Η αγορά μετακινείται δηλαδή από value χωρίς growth σε value με growth. Αυτή η μετατόπιση ίσως να εξηγεί και την αλλαγή του στόχου για τον Γενικό Δείκτη.

Η Goldman Sachs δεν άλλαξε το «δίκαιο» πολλαπλάσιο της αγοράς, αλλά τις προβλέψεις κερδοφορίας που τροφοδοτούν το επίπεδο του δείκτη. Αντίστοιχη είναι η αλλαγή και σε επίπεδο αναδυόμενων αγορών. Στο report της 21ης Ιανουαρίου, ο οίκος προέβλεπε αύξηση κερδών για τον MSCI EM περίπου 19% για το 2026 και 12% για το 2027. Στο report της 11ης Φεβρουαρίου, οι προβλέψεις αναθεωρούνται στο 25% και 13% αντίστοιχα, και ο στόχος του δείκτη αυξάνεται στις 1.680 μονάδες από τις 1.600 μονάδες πριν.

Η διαφοροποίηση δεν είναι μόνο αριθμητική αλλά και ποιοτική. Στην πρώτη έκθεση, η άνοδος των αναδυόμενων αποδιδόταν σε ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον και ευρεία συμμετοχή αγορών. Στη δεύτερη, ο οίκος τονίζει ότι η άνοδος προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από αναβαθμίσεις κερδών και όχι από επέκταση αποτιμήσεων. Με αυτό το πλαίσιο, αγορές χαμηλής αποτίμησης αλλά υψηλής αύξησης κερδών ευνοούνται περισσότερο.

Η ελληνική αγορά, η οποία στον πρώτο πίνακα ήταν απλώς φθηνή, στον δεύτερο εμφανίζεται φθηνή με καλή ανάπτυξη κερδοφορίας. Έτσι εξηγείται γιατί η Goldman Sachs ανεβάζει τον στόχο του Γενικού Δείκτη στις 2.500 μονάδες, καθώς η αλλαγή δεν αφορά το πολλαπλάσιο της αγοράς αλλά την κατηγορία στην οποία πλέον ανήκει μέσα στις αναδυόμενες αγορές.