Ο Επίτροπος Ωκεανών και Αλιείας, Κώστας Καδής, ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της ΕΕ στη διαμόρφωση μιας ενιαίας και συνεκτικής πολιτικής για τους ωκεανούς και την αλιεία, σε συζήτηση με τη δημοσιογράφο του ΣΚΑΪ, Κορίνα Γεωργίου, στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Η συζήτηση ξεκίνησε με αναφορά στις έντονες γεωπολιτικές εξελίξεις και τις επιπτώσεις τους στον αλιευτικό κλάδο. Ο Επίτροπος υπογράμμισε ότι «είναι πολύ σοβαρή η κατάσταση. Το κόστος των ορυκτών καυσίμων είναι το κύριο λειτουργικό κόστος της αλιείας μας». Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκετά κράτη-μέλη παρατηρούν ήδη αναστολή δραστηριοτήτων από αλιείς λόγω μειωμένης βιωσιμότητας, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ενεργοποιήσει μηχανισμό κρίσης για τη στήριξη του τομέα, επισημαίνοντας ότι «τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα και να έχουν χρονικό ορίζοντα».
Απαντώντας σε ερώτηση της κ. Γεωργίου σχετικά με τη συμβατότητα της βιωσιμότητας των ιχθυαποθεμάτων με τη βιωσιμότητα των αλιέων, ο κ. Καδής δήλωσε ότι «αυτός είναι ο στόχος», εξηγώντας ότι η ευρωπαϊκή πολιτική στηρίζεται στις εισηγήσεις της επιστημονικής κοινότητας και την ανάλυση των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων. Τόνισε ότι «μόνο μέσα από αυτή τη διπλή προσέγγιση μπορεί να επιτευχθεί η απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ περιβαλλοντικής προστασίας και οικονομικής ανθεκτικότητας των αλιευτικών κοινοτήτων».
Κεντρικό σημείο της συζήτησης αποτέλεσε το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τους Ωκεανούς, το οποίο, όπως εξήγησε ο Επίτροπος, φιλοδοξεί να ενοποιήσει όλες τις θαλάσσιες πολιτικές κάτω από ένα συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο. «Όταν αναφέρομαι σε αειφορία, αναφέρομαι και στους τρεις πυλώνες της», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η στρατηγική περιλαμβάνει πάνω από 90 συγκεκριμένες δράσεις που καλύπτουν από την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος μέχρι την ενίσχυση της γαλάζιας οικονομίας και τη στήριξη των παράκτιων και νησιωτικών περιοχών.
Ο κ. Καδής αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη ενίσχυσης της επιστημονικής γνώσης για τους ωκεανούς, παρουσιάζοντας την πρωτοβουλία «Ocean Eye». «Γνωρίζουμε λιγότερο από το 5% του θαλάσσιου περιβάλλοντος», τόνισε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για διεθνή συνεργασία και ανάπτυξη δικτύων παρακολούθησης των ωκεανών. Σημείωσε ότι «από την Ελλάδα αντλούμε παραδείγματα» και έκανε λόγο για «άριστη συνεργασία με τις ελληνικές αρχές».
Αναφερόμενος στην κοινή αλιευτική πολιτική, ο Επίτροπος υπογράμμισε ότι «έχει δώσει θετικά αποτελέσματα», καθώς έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των αλιευμάτων που προέρχονται από βιώσιμα αποθέματα σε σύγκριση με το παρελθόν. Ωστόσο, αναγνώρισε ότι παραμένουν σημαντικές προκλήσεις, όπως η ανάγκη αναβάθμισης και απανθρακοποίησης του στόλου, η απλοποίηση του κανονιστικού πλαισίου, η προσέλκυση νέων στο επάγγελμα και η ενίσχυση εργαλείων με μικρότερη περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην υδατοκαλλιέργεια, την οποία χαρακτήρισε κρίσιμη για τη διατροφική ασφάλεια της Ευρώπης και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. «Παράγουμε μόλις το 10% των αναγκών μας σε θαλασσινά και εισάγουμε το 70%», γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη στρατηγικής ενίσχυσης του τομέα, είπε ο Επίτροπος. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί βασικό πυλώνα του Ocean Pact και της ευρύτερης στρατηγικής για τη γαλάζια οικονομία.
Κλείνοντας τη συζήτηση, η κ. Γεωργίου αναφέρθηκε στον ρόλο των νησιωτικών και παράκτιων περιοχών στο πλαίσιο της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ. Ο κ. Καδής υπογράμμισε ότι οι περιοχές αυτές αντιμετωπίζουν πολλαπλές προκλήσεις, από την κλιματική αλλαγή έως τη συνδεσιμότητα και την οικονομική διαφοροποίηση, σημειώνοντας ότι «τα μέτρα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να διασφαλιστεί ουσιαστική και στοχευμένη στήριξη».