Ο Μαργαρίτης Σχοινάς παρουσίασε τις τρεις προτεραιότητες του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης κατά τη διάρκεια συζήτησης στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ Δελφών. Οι προτεραιότητες αυτές περιλαμβάνουν:
- την αποτελεσματική αναδιοργάνωση του συστήματος πληρωμών,
- τον σχεδιασμό της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) 2028-2034,
- την αντιμετώπιση των επιζωοτιών στη χώρα.
Αναφορικά με την αναδιοργάνωση του συστήματος πληρωμών, ο υπουργός τόνισε ότι «θα πρέπει να ξεπεράσουμε τον ΟΠΕΚΕΠΕ και να περάσουμε στο νέο σύστημα πληρωμών μέσω της ΑΑΔΕ». Πρόσθεσε ότι «έχουμε δεσμευθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι δεν θα αποκλίνουμε από τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει» και ότι «αποτελεί δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης η ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας».
Για τη νέα ΚΑΠ, σημείωσε ότι το τελικό πλαίσιο δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη, αλλά οι μέχρι τώρα προτάσεις είναι «προς τη σωστή κατεύθυνση» καθώς καλύπτουν το σύνολο των παραγωγών, μικρών, μεσαίων και μεγάλων.
Σχετικά με την αντιμετώπιση των επιζωοτιών, ο κ. Σχοινάς επεσήμανε ότι ο αφθώδης πυρετός είναι «ό,τι ήταν ο covid επί 10», προειδοποιώντας ότι «αν δεν ελεγχθεί μπορεί να καταστρέψει την κτηνοτροφία της χώρας». Ανέφερε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αποκλείει τον εμβολιασμό των ζώων, αλλά σημείωσε ότι «δεν είμαστε ακόμη στη φάση που επιδημιολογικά ο εμβολιασμός θα ήταν η λύση».
Ο υπουργός δήλωσε ότι το ΥΠΑΑΤ βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους κτηνιάτρους και «θα κάνουμε ό,τι επιβάλει η επιστημονική κοινότητα». Επιπλέον, δεσμεύθηκε για την απελευθέρωση των αποστολών ώριμων τυριών από τη Λέσβο, εφόσον γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι.
Σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο υπουργός τόνισε ότι η μετάβαση εν κινήσει είναι δύσκολη και ότι οι δεσμεύσεις της χώρας προς την ΕΕ υλοποιούνται σε συνεργασία με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, και τον διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργο Πιτσιλή.
Αναφερόμενος στη συμφωνία με τις χώρες της Mercosur, ο κ. Σχοινάς δήλωσε ότι τα ελληνικά προϊόντα είναι ποιοτικά και «δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα», προσθέτοντας ότι θα μεγαλώσουν την αγορά τους.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η ελληνική γεωργία μπορεί να διορθώσει τις ελλείψεις της, αρκεί να ξεφύγει από την πολιτική που στηρίζεται αποκλειστικά στις πληρωμές. Το ζητούμενο είναι να διασφαλιστεί ότι το μέλλον του κλάδου δεν θα περιορίζεται σε ενισχύσεις, αλλά θα προάγει ένα σύγχρονο μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης, όπως αυτά που εφαρμόζονται σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι δύο βασικοί στόχοι που καλούνται να συνυπάρξουν είναι η ανταγωνιστικότητα και η συνοχή. Αν και συχνά παρουσιάζονται ως αντικρουόμενες έννοιες, η πραγματικότητα δείχνει ότι μπορούν να επιτευχθούν ταυτόχρονα.
Η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού της ΕΕ, καθώς για πρώτη φορά η γεωργία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο «Σχέδιο Εταιρικής Σχέσης» που συνδέει πόρους από διαφορετικά ταμεία.
Η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Gelsomina Vigliotti, ανέδειξε την ενίσχυση της χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής γεωργίας, με στόχο να φτάσει τα 8 δισ. ευρώ το 2025 για ολόκληρη την αλυσίδα τροφίμων. Η χρηματοδότηση θα κατευθυνθεί κυρίως εντός της ΕΕ, αξιοποιώντας ευρωπαϊκά και εθνικά κεφάλαια.
Η κ. Vigliotti τόνισε τη σημασία της ανάπτυξης εξειδικευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων για την κάλυψη των αναγκών των παραγωγών, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους νέους αγρότες και στις γυναίκες. Ανέφερε ότι η ΕΤΕπ προωθεί μηχανισμούς εγγυήσεων και συνεργασίες με εθνικές τράπεζες για την εξασφάλιση χαμηλότερων επιτοκίων.
Επιπλέον, εξετάζονται λύσεις για την ενίσχυση της ασφάλισης απέναντι σε φυσικές καταστροφές, με στόχο τη δημιουργία ενός πιο ανθεκτικού συστήματος διαχείρισης κινδύνου για τους παραγωγούς. Η κ. Vigliotti υπογράμμισε τη σημασία της καινοτομίας και των επενδύσεων σε έρευνα και ανάπτυξη.
Τέλος, υπογράμμισε τη σημασία της ενημέρωσης και της τεχνικής υποστήριξης των αγροτών, καθώς και του ψηφιακού μετασχηματισμού, ώστε να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία. Σημειώνεται ότι υπεγράφη μία δανειακή σύμβαση ύψους 100 εκατ. ευρώ μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, που θα κατευθυνθεί προς τον αγροτικό τομέα της Ελλάδας.