Ο ευρωπαϊκός ενεργειακός κλάδος έχει τη δυνατότητα να επεκτείνει την υπεραπόδοσή του σε σχέση με την ευρύτερη αγορά, καθώς οι επενδυτές αρχίζουν να αναγνωρίζουν μια βαθύτερη, δομική αλλαγή στους κινδύνους προσφοράς που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με αναλυτές της Morgan Stanley. Οι αναλυτές, υπό την καθοδήγηση του Μαρτέιν Ρατς, αναβάθμισαν τη στάση τους για τον κλάδο σε «ελκυστικό» από «ουδέτερο», τονίζοντας ότι, αν και οι διακυμάνσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου ενισχύουν τον πληθωρισμό και ασκούν πιέσεις στην οικονομική ανάπτυξη και τις αγορές συνολικά, λειτουργούν θετικά για τις ενεργειακές μετοχές.

Η απόκλιση αυτή είναι ήδη εμφανής από την αρχή του πολέμου στο Ιράν: ο δείκτης Stoxx 600 έχει υποχωρήσει κατά 8,6%, ενώ ο υποδείκτης ενέργειας έχει ενισχυθεί κατά 10% από τα τέλη Φεβρουαρίου. Παρά τις προειδοποιήσεις των αναλυτών για πιθανούς κινδύνους μετά το πρόσφατο ράλι, εκτιμούν ότι το μακροοικονομικό περιβάλλον συνεχίζει να ευνοεί τον κλάδο σε σχέση με άλλους τομείς της αγοράς. «Η πρόσφατη σχετική άνοδος έχει ακόμη περιθώρια συνέχισης», σημειώνουν, προσθέτοντας ότι η αγορά μόλις αρχίζει να ενσωματώνει την αλλαγή στην ενεργειακή ασφάλεια, τη διαθέσιμη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και την αξία της αξιόπιστης προμήθειας.

Στο πλαίσιο αυτό, η Morgan Stanley αναβάθμισε τις μετοχές των BP και Repsol σε «overweight», εκτιμώντας ότι επωφελούνται περισσότερο από ένα περιβάλλον υψηλών τιμών ενέργειας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, καθώς και από τη βελτίωση των αποδόσεων προς τους μετόχους μέσω αυξημένων ταμειακών ροών. Αντίθετα, υιοθέτησε πιο επιφυλακτική στάση για πιο «αμυντικές» επιλογές, υποβαθμίζοντας τη Shell σε «equal-weight», καθώς θεωρεί ότι τα περιθώρια ανόδου της είναι πιο περιορισμένα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων τιμών.