Η Morgan Stanley δεν βλέπει την Ελλάδα του 2026 ως μια ακόμη «ιστορία ανάκαμψης», αλλά περιγράφει μια αγορά που έχει εισέλθει σε φάση μετάβασης. Οι ελληνικές μετοχές, που στο παρελθόν ήταν σε discount λόγω της κρίσης, έχουν πλέον προσαρμοστεί σε μια κανονικότητα αναπτυγμένης αγοράς, αν και η προσαρμογή στις αποτιμήσεις δεν έχει ολοκληρωθεί. Αυτή η μεταβατική περίοδος δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και κινδύνους για τους επενδυτές. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα «sweet spot» μεταξύ αναδυόμενων και αναπτυγμένων αγορών. Τα μακροοικονομικά μεγέθη, η δημοσιονομική κατάσταση και η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος θυμίζουν ανεπτυγμένη οικονομία, ωστόσο οι αποτιμήσεις, κυρίως στο χρηματιστήριο, εξακολουθούν να ενσωματώνουν discount. Αυτή η ασυμμετρία καθιστά τη χώρα ελκυστική για επενδυτές από τις αναδυόμενες και τις αναπτυγμένες αγορές, οι οποίοι αρχίζουν να την εξετάζουν σοβαρά για πρώτη φορά μετά από χρόνια.

Η Morgan Stanley διατηρεί overweight στάση στις ελληνικές μετοχές, όχι λόγω προσδοκιών, αλλά λόγω θεμελιωδών παραγόντων. Παρά το εντυπωσιακό ράλι του 2025, η τράπεζα εκτιμά ότι η αναβάθμιση των τιμών δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς η βελτίωση της κερδοφορίας και του ρίσκου χώρας δεν έχει αποτυπωθεί πλήρως στις αποτιμήσεις. Το implied cost of equity έχει υποχωρήσει, αλλά παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αφήνοντας περιθώριο για περαιτέρω σύγκλιση. Ο κλάδος των τραπεζών έχει ολοκληρώσει την εξυγίανση των ισολογισμών, με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα να βρίσκονται σε χαμηλά μονοψήφια επίπεδα και τις τράπεζες να επιστρέφουν στη διανομή μερισμάτων. Ωστόσο, η χρηματιστηριακή τους απόδοση δεν έχει συμβαδίσει με την αύξηση των κερδών, δημιουργώντας περιθώριο για περαιτέρω αναβάθμιση των τιμών.

Η Morgan Stanley βλέπει πολλαπλούς μοχλούς στήριξης της κερδοφορίας, όπως η ισχυρή εταιρική πιστωτική επέκταση που συνδέεται με το επενδυτικό κύμα και η ενίσχυση των προμηθειών μέσω δραστηριοτήτων όπως οι ασφάλειες και η διαχείριση κεφαλαίων. Επίσης, αναφέρεται στην πιθανή ανάκαμψη των στεγαστικών δανείων, εφόσον αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις στην αγορά κατοικίας.

Το 2026 αναμένεται να είναι χρονιά «χτισίματος» ενδιαφέροντος στις μετοχές. Οι επικείμενες αναταξινομήσεις από τον οίκο FTSE/Russell και πιθανώς τον οίκο STOXX λειτουργούν κυρίως ως καταλύτες ορατότητας και όχι ως πηγή σημαντικών παθητικών ροών. Οι μηχανικές εισροές κρίνονται περιορισμένες. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι ενεργοί επενδυτές ανεπτυγμένων αγορών θα αρχίσουν να χτίζουν ουσιαστικές θέσεις στην Ελλάδα, τη στιγμή που οι επενδυτές από τις αναδυόμενες αγορές είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό τοποθετημένοι. Η Morgan Stanley ξεχωρίζει το σενάριο MSCI από τις υπόλοιπες αναβαθμίσεις. Σε ενδεχόμενη μετάβαση σε MSCI Developed Market, το βάρος της Ελλάδας στους δείκτες μειώνεται δραστικά και ο αριθμός των μετοχών που θα συμμετέχουν στους βασικούς δείκτες περιορίζεται σε πέντε, με κυρίαρχο ρόλο των τραπεζών και τη ΔΕΗ. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη θετική σημειολογία μιας αναβάθμισης, το γεγονός μπορεί να συνοδευτεί από αυξημένη μεταβλητότητα.

Η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι παθητικές εισροές θα είναι περιορισμένες, ενώ οι ενεργοί επενδυτές από τις αναδυόμενες αγορές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικές εκροές. Οι επενδυτές από τις αναπτυγμένες αγορές, από την άλλη, θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν μέρος αυτών των κινήσεων. Το τελικό ισοζύγιο, στο βασικό σενάριο, παραμένει οριακά αρνητικό, ενισχύοντας την άποψη ότι το MSCI trade δεν είναι αυτόματο στοίχημα ανόδου.

Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η Morgan Stanley προβλέπει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς περίπου διπλάσιους της Ευρωζώνης το 2026–2027, με βασικό μοχλό την εγχώρια ζήτηση. Οι επενδύσεις παίζουν κεντρικό ρόλο και είναι ποιοτικά διαφορετικές από το παρελθόν, καθώς προέρχονται κυρίως από τις επιχειρήσεις και όχι από τα νοικοκυριά. Παρά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης το 2026, η Morgan Stanley δεν βλέπει απότομο επενδυτικό κενό. Η υστέρηση στην απορρόφηση των κονδυλίων και τα σημαντικά υπόλοιπα λειτουργούν ως «γέφυρα» για τη διατήρηση υψηλών επιπέδων επενδύσεων τα επόμενα χρόνια.

Σε αντίθεση με τις μετοχές, το αφήγημα στα ελληνικά ομόλογα θεωρείται πλέον ώριμο. Τα spreads έχουν συγκλίνει πλήρως με την ευρωπαϊκή περιφέρεια και η Morgan Stanley υιοθετεί ουδέτερη στάση ως προς περαιτέρω συμπίεση, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι το carry παραμένει ελκυστικό. Το βασικό μήνυμα της Morgan Stanley είναι ότι η Ελλάδα δεν είναι πια «ειδική περίπτωση», αλλά ούτε και πλήρως ανεπτυγμένη αγορά. Το 2026 είναι έτος καμπής, όπου το χρηματιστήριο προηγείται του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και οι τράπεζες αποτελούν τον βασικό αγωγό της ιστορίας. Οι αποδόσεις δεν θα προέλθουν από τους δείκτες, αλλά από τη διάρκεια της θεμελιώδους σύγκλισης. Αυτό, όπως υπονοεί η έκθεση, είναι το πραγματικό στοίχημα για τους επενδυτές.