Καθώς οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται και η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» αποκτά νέα επείγουσα σημασία, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επαναφέρουν με ένταση ένα παλιό – αλλά ποτέ ολοκληρωμένο – σχέδιο: την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του ευρώ. Στο περιθώριο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, οι συζητήσεις για εμβάθυνση της ενοποίησης των κεφαλαιαγορών, για επέκταση της κοινής έκδοσης χρέους και για διεύρυνση της παγκόσμιας πρόσβασης σε ρευστότητα ευρώ κατέδειξαν ότι το ζήτημα δεν είναι πλέον θεωρητικό. Είναι γεωπολιτικό.

Καταλύτης των εξελίξεων ήταν η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να καταστήσει μόνιμη και διεθνώς διαθέσιμη τη διευκόλυνση repo σε ευρώ (Eurep), προσφέροντας πρόσβαση ρευστότητας έως 50 δισ. ευρώ σε κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως από το τρίτο τρίμηνο του 2026. Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ήταν σαφής: η παροχή ρόλου «ύστατου δανειστή» για κεντρικές τράπεζες ενισχύει την εμπιστοσύνη στο ευρώ ως νόμισμα συναλλαγών και αποθεματικό εργαλείο. Με άλλα λόγια, αν ο κόσμος μπορεί να δανειστεί ευρώ σε στιγμές κρίσης, θα είναι πιο πρόθυμος να το κατέχει.

Το ευρώ παραμένει το δεύτερο παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, με μερίδιο περίπου 20% στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα. Το δολάριο εξακολουθεί να κυριαρχεί. Ωστόσο, η πολιτική αστάθεια στις ΗΠΑ, οι εμπορικές εντάσεις και η αυξανόμενη «οπλοποίηση» του δολαρίου μέσω κυρώσεων και χρηματοπιστωτικών περιορισμών έχουν ενισχύσει την επιθυμία διαφοροποίησης. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει ήδη μιλήσει για «γραμμές που δεν μπορούν να ξεπεραστούν», υπογραμμίζοντας το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται πλέον η νομισματική στρατηγική της Ευρώπης.

Εδώ όμως αρχίζει το δύσκολο κομμάτι. Η ιστορία δείχνει ότι όταν ένα νόμισμα ενισχύει τον διεθνή του ρόλο, τείνει να ανατιμάται. Κατά τη μετάβαση από τη στερλίνα στο δολάριο τον 20ό αιώνα, το αμερικανικό νόμισμα ενισχύθηκε σημαντικά λόγω της αυξημένης ζήτησης για ασφαλή περιουσιακά στοιχεία. Οι Ευρωπαίοι επιθυμούν το λεγόμενο «υπερβολικό προνόμιο» ενός παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος – σταθερές εισροές κεφαλαίων, χαμηλότερο κόστος δανεισμού, γεωπολιτική ισχύ – αλλά όχι την υπερβολική ανατίμηση που θα έπληττε τις εξαγωγές και θα περιόριζε τον πληθωρισμό σε μια ήδη εύθραυστη οικονομία. Η ανατίμηση του ευρώ θα μπορούσε να πλήξει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ιδίως σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας εμπορικής αβεβαιότητας.

Για να καταστεί το ευρώ πραγματικά «παγκόσμιο», οι οικονομολόγοι επισημαίνουν τρεις βασικές προϋποθέσεις:

  • Περισσότερα ασφαλή περιουσιακά στοιχεία σε ευρώ.
  • Η έκδοση κοινών ευρωομολόγων – ενδεχομένως για την άμυνα ή την ενεργειακή μετάβαση – θα μπορούσε να δημιουργήσει μια μεγάλη, ρευστή αγορά αντίστοιχη των αμερικανικών ομολόγων.
  • Ενοποίηση κεφαλαιαγορών. Η Ένωση Κεφαλαιαγορών και η Τραπεζική Ένωση παραμένουν ημιτελείς. Ο κατακερματισμός περιορίζει τη ρευστότητα και την ελκυστικότητα του ευρώ για θεσμικούς επενδυτές. Η θέση του ευρώ στις πληρωμές, στην τιμολόγηση εμπορίου και στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος πρέπει να ενισχυθεί – ενδεχομένως και μέσω του ψηφιακού ευρώ.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η δυναμική μπορεί να ενισχύσει τη ζήτηση για κρατικά ομόλογα της ευρωζώνης, ιδίως καθώς άλλες μεγάλες αγορές – όπως οι ΗΠΑ ή η Ιαπωνία – αντιμετωπίζουν δημοσιονομικές πιέσεις. Ωστόσο, η κυριαρχία του δολαρίου δεν ανατρέπεται από τη μια ημέρα στην άλλη. Τα συναλλαγματικά αποθέματα αντανακλούν τη σύνθεση του παγκόσμιου εμπορίου – και το δολάριο παραμένει το βασικό νόμισμα τιμολόγησης.

Η προσπάθεια για «παγκόσμιο ευρώ» δεν είναι απλώς νομισματική. Είναι στρατηγική. Σηματοδοτεί την επιθυμία της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτηση από εξωτερικά σοκ και να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όμως η ιστορία υπενθυμίζει ότι η παγκόσμια νομισματική ισχύς συνοδεύεται από αναπόφευκτες οικονομικές συνέπειες. Αν οι εισροές κεφαλαίων ενταθούν, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ίσως χρειαστεί να προσαρμόσει τη νομισματική της πολιτική για να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα. Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο αν το ευρώ μπορεί να γίνει πιο παγκόσμιο. Είναι αν η Ευρώπη είναι έτοιμη να αποδεχθεί το τίμημα που αυτό συνεπάγεται.