Ο πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι, προειδοποίησε για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, τονίζοντας την ανάγκη να γεφυρώσει τις «παλιές διαιρέσεις» προκειμένου να γίνει μια «γνήσια δύναμη». Διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να παραμείνει «υποταγμένη» στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Στην ομιλία του στο Πανεπιστήμιο της Λουβέ, ανέφερε ότι μόνο οι Ευρωπαίοι έχουν τη δυνατότητα να γίνουν πραγματική δύναμη, εφόσον προχωρήσουν σε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία στους τομείς της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής και της δημοσιονομικής πολιτικής.
«Πρέπει λοιπόν να αποφασίσουμε: παραμένουμε απλώς μια μεγάλη αγορά, υποκείμενη στις προτεραιότητες των άλλων; Ή μήπως κάνουμε τα απαραίτητα βήματα για να γίνουμε μία δύναμη;», συνέχισε ο Ντράγκι. Υπογράμμισε την ανάγκη για έναν «ρεαλιστικό φεντεραλισμό», ο οποίος θα πρέπει να είναι εφικτός με τους πρόθυμους εταίρους στους τομείς όπου μπορεί να σημειωθεί πρόοδος. Όπου έχει γίνει αυτό, όπως στο εμπόριο και στην ενιαία αγορά, η Ευρώπη έχει κερδίσει σεβασμό και διαπραγματεύεται ως ενιαία δύναμη.
Αντίθετα, σε τομείς όπως η άμυνα και οι εξωτερικές υποθέσεις, η Ευρώπη αντιμετωπίζεται ως μια χαλαρή συνάθροιση μεσαίου μεγέθους κρατών. «Μια Ευρώπη ενωμένη στο εμπόριο αλλά κατακερματισμένη στην άμυνα θα διαπιστώσει ότι η εμπορική της ισχύς θα επηρεάζεται από την εξάρτησή της από την ασφάλεια», τόνισε.
Ο Ντράγκι επισήμανε ότι η κοινή δράση και η αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι θεμελιώδεις για την οικοδόμηση συλλογικής ισχύος στην Ευρώπη. Ανέφερε ότι η απόφαση να αντισταθεί αντί να συμβιβαστεί απαιτεί μια ρεαλιστική στρατηγική αξιολόγηση και ότι η προθυμία για δράση επιβάλλει σαφήνεια σχετικά με την ικανότητα για δράση.
«Η κοινή δράση και η αμοιβαία εμπιστοσύνη που δημιουργεί πρέπει τελικά να γίνουν το θεμέλιο για θεσμούς με πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί να σπάσει το αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σήμερα.
Ο Ντράγκι ξεκαθάρισε ότι η διαδικασία που προτείνει δεν είναι εφάπαξ, αλλά απαιτεί συνέχεια και προσαρμογή. «Δεν θα συμμετάσχουν όλες οι χώρες σε κάθε πρωτοβουλία εξαρχής, αλλά κάθε βήμα πρέπει να παραμένει προσηλωμένο στον στόχο: όχι πιο χαλαρή συνεργασία, αλλά μια γνήσια ομοσπονδία», κατέληξε.