Ένα «τσουνάμι» από την Ιαπωνία απειλεί να πλήξει τα παγκόσμια χρηματιστήρια, καθώς η πρωθυπουργός Σαναέ Τακαΐτσι αποφάσισε να διαλύσει το κοινοβούλιο, δυόμισι χρόνια πριν από τη λήξη της θητείας της, και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές στις 8 Φεβρουαρίου. «Τρεις μόλις μήνες μετά την ανάδειξή της στην πρωθυπουργία, η 64χρονη Σαναέ Τακαΐτσι έχει υψηλή δημοτικότητα και ρισκάρει, προκειμένου να λάβει ισχυρή εντολή για να αλλάξει την οικονομική πολιτική της Ιαπωνίας», τονίζουν αναλυτές στο Τόκιο.

Η Ιαπωνία παραμένει η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, αλλά έχει επιστρέψει στο προσκήνιο των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών ως παγκόσμια απειλή: «Ένας μεγάλος οικονομικός Μαύρος Κύκνος, που μπορεί να έχει ακραίες συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία», λένε οι αναλυτές και εξηγούν: «Η χώρα που για δεκαετίες ήταν συνώνυμη με μηδενικά επιτόκια, αποπληθωρισμό και ανύπαρκτες αποδόσεις των ομολόγων του δημοσίου, αρχίζει να αλλάζει απότομα, με επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέρα από το Τόκιο». Τα τελευταία χρόνια, η οικονομία της Ιαπωνίας σπάνια έχει γίνει πρωτοσέλιδο. Ωστόσο, παρά την ξεθωριασμένη λάμψη της, η χώρα θεωρούνταν καταφύγιο σταθερότητας. Τώρα, η Ιαπωνία κινδυνεύει να χάσει ακόμη και αυτή τη φήμη.

Η αγορά ομολόγων του ιαπωνικού δημοσίου είναι εξίσου νευρική εδώ και μέρες, όπως και η συναλλαγματική ισοτιμία του γιεν. Αυτή η ανησυχία αυξάνεται, ακόμη και πέρα από τα σύνορα της χώρας. Ο, τι συμβαίνει στην Ιαπωνία έχει δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες.

Το ιαπωνικό δεκαετές ομόλογο, σε μόλις ένα χρόνο έχει δει την απόδοσή του να υπερδιπλασιάζεται - από περίπου 1% στο 2,20%. Πρόκειται για μια πρωτοφανή κίνηση στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, καθώς τα ιαπωνικά ομόλογα αποτιμώνται σε περισσότερα από 7 τρισεκατομμύρια. Επί δεκαετίες, οι διεθνείς επενδυτές δανείζονταν σε ιαπωνικό νόμισμα – φθηνό και σταθερό – για να επενδύσουν σε πιο κερδοφόρα περιουσιακά στοιχεία στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρώπη. «Αλλά όταν το 10ετές ιαπωνικό ομόλογο αποδίδει πάνω από 2%, αλλάζει εντελώς τους κανόνες του παιγνιδιού», τονίζουν οι ίδιες πηγές.

Η απότομη αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων πλήττει σκληρά την ίδια την Ιαπωνία. Με το δημόσιο χρέος να κυμαίνεται γύρω στο 250% του ΑΕΠ, κάθε αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στην απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έχει σημαντικό αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, ο κύριος αγοραστής κρατικού χρέους, συσσωρεύει σημαντικές ζημίες, ειδικά σε μεγαλύτερης διάρκειας ομόλογα, όπως το 40ετές, το οποίο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις αυξήσεις των επιτοκίων.

Η Ιαπωνία είναι από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς κεφαλαίων στον κόσμο. Οι επενδυτές της τοποθετούν σχεδόν τέσσερα τρισεκατομμύρια δολάρια στο εξωτερικό, κυρίως σε αμερικανικά και ευρωπαϊκά ομόλογα σταθερού εισοδήματος. «Όσο η διαφορά αποδόσεων παραμένει μεγάλη – το ομόλογο του αμερικανικού Δημοσίου εξακολουθεί να προσφέρει περίπου 4,2% – η ελκυστικότητα δεν εξαφανίζεται βέβαια εντελώς, αλλά μειώνεται σημαντικά», εξηγούν οι ειδικοί.

Ο κίνδυνος δεν έγκειται τόσο σε μια μαζική πώληση ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου από την Ιαπωνία - ένα απίθανο σενάριο, δεδομένου του ρόλου του Τόκιο ως στρατηγικού συμμάχου των ΗΠΑ - όσο σε μια σταδιακή προσαρμογή που θα μειώσει τη ζήτηση για χρέος σε άλλες αγορές. Στην Ευρώπη, αυτό το φαινόμενο αρχίζει ήδη να γίνεται αισθητό: οι προσδοκίες για την απόδοση των ομολόγων έχουν ανακάμψει και το γερμανικό Bund θα μπορούσε να πλησιάσει το 3% για πρώτη φορά από το 2011, καθιστώντας την κρατική χρηματοδότηση πιο ακριβή.

Ο άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το νόμισμα. Τις τελευταίες εβδομάδες η αγορά έχει βιώσει μια απότομη διακοπή της υποτίμησής του γιεν έναντι του δολαρίου, ακριβώς τη στιγμή που η συναλλαγματική ισοτιμία πλησίασε τα 160 γιεν ανά δολάριο. Όλα δείχνουν μια παρέμβαση - άμεση ή έμμεση - για τη στήριξη του ιαπωνικού νομίσματος, με τη συμμετοχή του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. «Ένα υπερβολικά αδύναμο γιεν δεν είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς καθιστά τις ιαπωνικές εξαγωγές φθηνότερες, ειδικά σε ευαίσθητους τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, και περιπλέκει τη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για μείωση του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος.

Η Ιαπωνία έχει ξεπεράσει επίσης τον χρόνιο αποπληθωρισμό, βιώνοντας περιόδους πληθωρισμού που υπερβαίνουν το 3%. Η Γιαπωνέζα πρωθυπουργός έχει δρομολογήσει ένα φιλόδοξο δημοσιονομικό σχέδιο, αξίας περίπου 140 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο περιλαμβάνει άμεση βοήθεια και μειώσεις φόρων ενόψει των επερχόμενων εκλογών.

Για τους μεμονωμένους επενδυτές, η Ιαπωνία παραμένει μια πολύπλοκη αγορά. Το ιαπωνικό σταθερό εισόδημα συνεχίζει να προσφέρει μέτριες αποδόσεις και υψηλό κίνδυνο ζημιών εάν τα επιτόκια συνεχίσουν να αυξάνονται. Στο χρηματιστήριο του Τόκιο, η εικόνα είναι εξίσου ασαφής. Ο Nikkei έχει ξεπεράσει σημαντικά τα ιστορικά υψηλά του από τη δεκαετία του 1980 και διαπραγματεύεται σε δείκτες συγκρίσιμους με εκείνους της Wall Street. Δεν ηγείται όμως της παγκόσμιας ανάπτυξης ή της άνθησης της τεχνητής νοημοσύνης. Επιπλέον, υπάρχει ένα ανησυχητικό μοτίβο: στις πρόσφατες μεγάλες κρίσεις, ο Nikkei τείνει να φτάνει σε νέα υψηλά πριν από τη Wall Street, λειτουργώντας ως πιθανός κύριος δείκτης παγκόσμιων διορθώσεων.

Η Γιαπωνέζα πρωθυπουργός ελπίζει να αλλάξει το οικονομικό κλίμα, μεταφράζοντας τα ισχυρά, προσωπικά της ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, σε μεγάλη πλειοψηφία στην Κάτω Βουλή. «Αλλά το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό κόμμα της, υστερεί στις δημοσκοπήσεις και η κίνηση αυτή είναι επικίνδυνη. Είναι οι δεύτερες γενικές εκλογές στην Ιαπωνία μέσα σε ισάριθμα χρόνια και θα δοκιμάσουν την όρεξη για τα σχέδιά της να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες, τη στιγμή που το κόστος ζωής βρίσκεται στην κορυφή της προσοχής των ψηφοφόρων», λένε πολιτικοί αναλυτές στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.

Η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός στην ιστορία της Ιαπωνίας φιλοδοξεί να απομακρύνει τον «μαύρο κύκνο» από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Αλλά οι αγορές κοιτάζουν πλέον με αγωνία την Ιαπωνία.