Σοβαρές προειδοποιήσεις για την πορεία της ενεργειακής κρίσης έστειλαν κορυφαία στελέχη της αμερικανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας προς την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, τονίζοντας ότι οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και η διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ είναι πιθανό να επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal, σε σειρά συναντήσεων στον Λευκό Οίκο και σε επαφές με τον υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ και τον υπουργό Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ, οι επικεφαλής των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών των ΗΠΑ εξέφρασαν έντονη ανησυχία για την αστάθεια που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι των ExxonMobil, Chevron και ConocoPhillips προειδοποίησαν ότι η διαταραχή στις ενεργειακές ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ θα συνεχίσει να προκαλεί ισχυρή μεταβλητότητα στις αγορές.
Ο επικεφαλής της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, σημείωσε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη υψηλότερα εάν οι επενδυτές και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια ενισχύσουν την ανοδική δυναμική των αγορών, ενώ δεν απέκλεισε και πιθανή έλλειψη διυλισμένων προϊόντων. Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται ήδη σε έντονη πίεση, με την τιμή του αμερικανικού αργού να έχει αυξηθεί από περίπου 87 δολάρια το βαρέλι στα 99 δολάρια μέσα σε λίγες ημέρες, ενώ του μπρεντ προσεγγίζει τα 104 δολάρια το βαρέλι, αντανακλώντας την ανησυχία για τις επιθέσεις σε πλοία και τη διακοπή της κυκλοφορίας στο κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν τον σημαντικότερο ενεργειακό διάδρομο του κόσμου, καθώς μέσω αυτού μεταφέρεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Αναλυτές εκτιμούν ότι 9 έως 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως έχουν ουσιαστικά εγκλωβιστεί πίσω από το στενό, γεγονός που ενισχύει τον κίνδυνο περαιτέρω ανόδου των τιμών.
Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει διάφορα μέτρα για να περιορίσει την άνοδο των τιμών της ενέργειας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η περαιτέρω χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο, η απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων στρατηγικών αποθεμάτων, καθώς και πιθανή χαλάρωση περιορισμών που ισχύουν για τη μεταφορά αμερικανικού πετρελαίου μεταξύ λιμανιών των ΗΠΑ. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εξετάζει τρόπους αύξησης των ενεργειακών ροών από τη Βενεζουέλα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ δήλωσε ότι η κυβέρνηση εργάζεται «όλο το εικοσιτετράωρο» με την πετρελαϊκή βιομηχανία για τη σταθεροποίηση των αγορών. Παρά το γεγονός ότι οι υψηλές τιμές αυξάνουν τα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών βραχυπρόθεσμα, πολλοί παράγοντες της αγοράς ανησυχούν για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες. «Ο κόσμος δεν χρειάζεται πετρέλαιο στα 120 δολάρια. Αυτό θα προκαλέσει οικονομική καταστροφή», προειδοποίησε ο Στίβεν Προύετ, διευθύνων σύμβουλος της Elevation Resources.
Η παρατεταμένη άνοδος των τιμών της ενέργειας μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση καυσίμων, να επιβαρύνει τις οικονομίες και τελικά να οδηγήσει σε απότομη πτώση της αγοράς πετρελαίου, όπως έχει συμβεί επανειλημμένα στο παρελθόν. Παρά τα μέτρα που εξετάζονται, πολλοί στον κλάδο θεωρούν ότι η βασική λύση παραμένει μία: η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Εάν το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα δεν ανοίξει σύντομα, οι πιέσεις στις αγορές ενέργειας ενδέχεται να ενταθούν ακόμη περισσότερο, με πιθανές επιπτώσεις τόσο στην παγκόσμια οικονομία όσο και στη σταθερότητα των ενεργειακών αγορών.