Η S&P Global Ratings προχωρά σε αναβάθμιση των προοπτικών των ελληνικών τραπεζών, επικαλούμενη τη συνεχιζόμενη βελτίωση των πιστωτικών συνθηκών, παρά τους αυξημένους κινδύνους. Ο οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ότι η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη σταθερή ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα και τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μπορεί να μειώσει περαιτέρω τους πιστωτικούς κινδύνους για τις τοπικές τράπεζες κατά τους επόμενους 12-18 μήνες, ενισχύοντας την ικανότητά τους να δημιουργούν κέρδη.
Σε ατομικό επίπεδο, οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στη βελτίωση της κεφαλαιοποίησής τους και της ανθεκτικότητας των επιχειρηματικών τους μοντέλων. Γι' αυτό, ο οίκος αναθεώρησε τις προοπτικές των αξιολογήσεών του για την Eurobank, την Εθνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς από σταθερές σε θετικές. Αντίθετα, για την Alpha Bank δεν προχώρησε σε αναβάθμιση, καθώς από τον Ιούνιο του 2025 η τράπεζα έχει επιλέξει να μην διατηρεί κάλυψη από την S&P.
Σύμφωνα με την S&P, η μόχλευση των ελληνικών εταιρειών αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω λόγω της επανέναρξης των μεγάλων δημόσιων επενδύσεων που σχετίζονται με την απορρόφηση των κονδυλίων του προγράμματος NextGeneration EU, σε συνδυασμό με ένα καλύτερο μακροοικονομικό περιβάλλον και υγιέστερους ισολογισμούς των εταιρειών. Ο οίκος προβλέπει ότι η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι κατά μέσο όρο 2,2% ετησίως κατά την περίοδο 2026-2027, τροφοδοτούμενη από τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση, ενώ η χορήγηση δανείων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα αρχίσει να μειώνεται.
Ο οίκος αξιολόγησης αναφέρει ότι η οικονομική δυναμική έχει υποστηρίξει τις τράπεζες στις προσπάθειές τους να συγκλίνουν προς τις ομολόγους τους στην ΕΕ όσον αφορά την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων, με τον ρυθμό βελτίωσής τους να χαρακτηρίζεται «εντυπωσιακός». Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPE) μειώθηκε στο 3,3% στις 30 Σεπτεμβρίου 2025, από το υψηλό επίπεδο του 51% στο τέλος του 2016, με τον οίκο να βλέπει ως ενθαρρυντική την απόδοση των νέων δανείων από το 2018.
Κατά την τελευταία δεκαετία, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν προβεί σε σημαντικές διορθώσεις στους ισολογισμούς τους. Οι επιχειρήσεις επωφελούνται από ισχυρότερα αποθέματα ρευστότητας και αύξηση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος, ενώ τα νοικοκυριά επωφελούνται από τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα ανεργίας και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Το τραπεζικό σύστημα έχει μεταβιβάσει σε φορείς εξυπηρέτησης χρέους περίπου 80 δισ. ευρώ από το συνολικό χρέος των 233 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει δάνεια που χορηγήθηκαν σε λιγότερο βιώσιμες επιχειρήσεις και χρέη νοικοκυριών. Παρά την μεταβίβαση αυτού του χρέους, ο οίκος θεωρεί ότι ο κίνδυνος για το τραπεζικό σύστημα είναι περιορισμένος.
Ως αποτέλεσμα της σταθερής κατανάλωσης των νοικοκυριών και της επενδυτικής δραστηριότητας, οι τιμές των ακινήτων σημειώνουν άνοδο. Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 8% σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο του 2025 και κατά περίπου 9% το 2024. Η Τράπεζα της Ελλάδος εφαρμόζει μέτρα για τους δανειολήπτες, όπως ανώτατα όρια για τους δείκτες δανείου προς αξία και χρέους προς εισόδημα, τα οποία η S&P θεωρεί θετικά. Ωστόσο, οι δείκτες οικονομικής προσιτότητας αρχίζουν να επιδεινώνονται, και ο οίκος θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις πιθανές επιπτώσεις στους τομείς των κατασκευών και των ακινήτων.
Αναφορικά με τις επιμέρους τράπεζες, η S&P αναβάθμισε την προοπτική της Eurobank από σταθερή σε θετική και επιβεβαίωσε τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας «BBB-» και «A-3». Για την Εθνική Τράπεζα, η προοπτική αναθεωρήθηκε επίσης σε θετική, με τις αξιολογήσεις να παραμένουν «BBB-» και «A-3». Τέλος, για την Τράπεζα Πειραιώς, η προοπτική αναθεωρήθηκε σε θετική και οι αξιολογήσεις επιβεβαιώθηκαν σε «BB+» και «B» αντίστοιχα, με βάση τη σταθερή λειτουργική απόδοση και την ισχυρή θέση της στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.