Η S&P Global Ratings προχωρά σε υποβάθμιση των εκτιμήσεών της για την ελληνική οικονομία, προβλέποντας ανάπτυξη 1,7% φέτος, από 2,3% προηγουμένως, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αρχίζει να επηρεάζει την εξωτερική ζήτηση. Παρά την επιβράδυνση, η Ελλάδα διατηρεί την ανθεκτικότητά της και συνεχίζει να κινείται πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αν και ο οίκος προειδοποιεί για αυξημένη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον.
Η S&P αποδίδει τη χαμηλότερη πρόβλεψη κυρίως στις έμμεσες επιπτώσεις της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή, που αναμένεται να περιορίσουν τη ζήτηση για ελληνικές υπηρεσίες και αγαθά. Στο επίκεντρο βρίσκονται ο τουρισμός και οι εξαγωγές, δύο βασικοί πυλώνες της οικονομίας, οι οποίοι εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία στις διεθνείς εξελίξεις. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ελλάδα παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης, αλλά το εξωτερικό περιβάλλον γίνεται πιο απαιτητικό και λιγότερο προβλέψιμο.
Παρά την αναθεώρηση, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να ξεχωρίζει θετικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η S&P εκτιμά ότι η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη θα κινηθεί μόλις στο 1% φέτος, γεγονός που διατηρεί το ελληνικό «premium» σε όρους δυναμικής. Ωστόσο, η εικόνα των επόμενων ετών παραπέμπει σε μια πιο συγκρατημένη πορεία. Ο ρυθμός μεγέθυνσης διαμορφώνεται κοντά στο 2% το 2027 και υποχωρεί στο 1,9% την περίοδο 2028-2029, επιβεβαιώνοντας ότι η οικονομία εισέρχεται σε φάση ωρίμανσης μετά την ισχυρή ανάκαμψη της περιόδου 2021-2022.
Τα στοιχεία της S&P δείχνουν ότι οι επενδύσεις, μετά το εντυπωσιακό άλμα άνω του 20% το 2021 και το 2022, χάνουν σημαντικά τη δυναμική τους. Οι ρυθμοί αύξησης αποκλιμακώνονται αισθητά τα επόμενα χρόνια, φθάνοντας ακόμη και σε μηδενική μεταβολή το 2027. Παράλληλα, η εξαγωγική επίδοση εμφανίζει σημάδια κόπωσης. Το ποσοστό των εξαγωγών στο ΑΕΠ υποχωρεί από σχεδόν 50% το 2022 προς τα επίπεδα του 38%-39% έως το 2029, ενώ οι πραγματικοί ρυθμοί αύξησης παραμένουν χαμηλοί. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη βασική πρόκληση της επόμενης περιόδου: τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής σε ένα λιγότερο ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η εικόνα παραμένει σαφώς θετική. Η Ελλάδα επιστρέφει σε πλεονάσματα από το 2024, με το ισοζύγιο να διαμορφώνεται στο +1,4% του ΑΕΠ και να ενισχύεται περαιτέρω το 2025. Τα πρωτογενή πλεονάσματα διατηρούνται σε επίπεδα άνω του 2,5% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση για δημοσιονομική σταθερότητα. Η πορεία του δημόσιου χρέους συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα σημεία της ελληνικής οικονομίας, υποχωρώντας από το 209,4% του ΑΕΠ το 2020 στο 118% έως το 2029.
Η S&P δεν αναμένει ουσιαστικές αλλαγές στην οικονομική πολιτική, ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Παρά τις υποθέσεις που έχουν επηρεάσει το πολιτικό σκηνικό το τελευταίο διάστημα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σαφές προβάδισμα και είναι πιθανό να παραμείνει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη, ακόμη και σε σενάριο κυβέρνησης συνεργασίας. Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι διττό: η Ελλάδα παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης και δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά η περίοδος των υψηλών επιδόσεων δείχνει να δίνει τη θέση της σε μια πιο συγκρατημένη πορεία. Η μεγάλη πρόκληση της επόμενης ημέρας θα είναι η ενίσχυση των επενδύσεων και της εξωστρέφειας, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.