Η συζήτηση γύρω από το «Sell America» επανέρχεται, αυτή τη φορά συνδυάζοντας οικονομικούς κύκλους με γεωπολιτικές τριβές που επηρεάζουν τη διατλαντική αρχιτεκτονική. Παρά την ηρεμία στις αγορές μετά τις ειδήσεις για ένα «πλαίσιο συμφωνίας» σχετικά με τη Γροιλανδία, το βασικό ερώτημα παραμένει: θα συνεχίσει ο υπόλοιπος κόσμος να διατηρεί μια τόσο μεγάλη καθαρή τοποθέτηση στις ΗΠΑ;
Τα επίσημα στοιχεία του Reuters δείχνουν ότι στο τέλος του γ’ τριμήνου του 2025, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση των ΗΠΑ (NIIP) είναι στο -27,61 τρισ. δολάρια, με ξένους επενδυτές να κατέχουν αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία αξίας 68,89 τρισ. δολαρίων, ενώ οι Αμερικανοί κατέχουν ενεργητικό 41,27 τρισ. δολαρίων στο εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος έχει ένα καθαρό στοίχημα «long USA» ύψους 27 τρισ. δολαρίων. Αν αυτή η θέση αρχίσει να μειώνεται, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το δολάριο, τα ομόλογα και τη Wall Street.
Από το 2022, οι διαχειριστές κεφαλαίων αναγνωρίζουν ότι η γεωπολιτική έχει γίνει κρίσιμος παράγοντας στην ανάλυση των χαρτοφυλακίων. Οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν όχι μόνο την ανάπτυξη και την ψυχολογία, αλλά και την προθυμία χρηματοδότησης ενός ελλείμματος, δηλαδή τη ροή κεφαλαίων που στηρίζει τις αποτιμήσεις των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων.
Το βασικό σενάριο δεν περιλαμβάνει μια μαζική φυγή από τις ΗΠΑ, αλλά μια αύξηση του risk premium για το δολάριο, τα Treasuries και τις αμερικανικές μετοχές. Οι καθαρές εισροές επιβραδύνονται, γεγονός που μπορεί να πιέσει τις αποτιμήσεις και να αμφισβητήσει το αφήγημα του American exceptionalism. Μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές από τη Βόρεια Ευρώπη αναφέρουν ότι το ασφάλιστρο κινδύνου των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων έχει αυξηθεί, επικαλούμενοι την αβεβαιότητα στην εξωτερική πολιτική.
Ακόμη και όσοι επιθυμούν να μειώσουν την έκθεσή τους στις ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τρία εμπόδια: το βάθος και τη ρευστότητα της αγοράς, τη σύνθεση των δεικτών και τον κίνδυνο μετάβασης. Για το λόγο αυτό, οι αγορές αναμένουν μια σταδιακή ανακατανομή και όχι μια ξαφνική έξοδο.
Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν τοποθετήσεις περίπου 8 τρισ. δολαρίων σε αμερικανικές μετοχές και ομόλογα, σχεδόν διπλάσιες από την υπόλοιπη υφήλιο. Αν αυτό το μπλοκ αρχίσει να ζητά αντιστάθμιση πολιτικού κινδύνου ή να μεταφέρει νέες τοποθετήσεις σε ευρώ, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικές.
Το δολάριο είναι ευάλωτο σε μακροοικονομικά και γεωπολιτικά ρίσκα. Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, αν και θεωρούνται «risk-free», δέχονται πιέσεις σε περιόδους κρίσης. Οι αμερικανικές μετοχές είναι οι πιο ευαίσθητες στις αποτιμήσεις, ενώ ο χρυσός μπορεί να ωφεληθεί σε περιβάλλον γεωπολιτικού ρίσκου.
Το πιθανότερο σενάριο για το 2026 δεν είναι μια μαζική έξοδος κεφαλαίων από τις ΗΠΑ, αλλά μια σταδιακή επιβράδυνση των εισροών. Οι ξένοι επενδυτές δεν πουλούν μαζικά, αλλά γίνονται πιο διστακτικοί στην αγορά. Το ασφάλιστρο κινδύνου ανεβαίνει και οι αποτιμήσεις παύουν να στηρίζονται στο αφήγημα της αμερικανικής εξαίρεσης.
Το αρνητικό σενάριο θα ενεργοποιηθεί μόνο αν οι γεωπολιτικές εντάσεις γίνουν μόνιμες. Σε αυτή την περίπτωση, οι θεσμικοί επενδυτές θα αρχίσουν να βλέπουν τις ΗΠΑ ως αγορά με αυξημένο πολιτικό ρίσκο, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη μεταβλητότητα και πίεση στο δολάριο.
Υπάρχει και το θετικό σενάριο, όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακώνονται και οι επενδυτές συνεχίζουν να κατευθύνουν κεφάλαια στις ΗΠΑ, αν και με μεγαλύτερη επιλεκτικότητα. Ωστόσο, η γεωπολιτική δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αμελητέα παράγοντας. Το 2026 δεν θα κριθεί από το αν ο κόσμος θα πουλήσει την Αμερική, αλλά από το αν θα συνεχίσει να τη χρηματοδοτεί με τον ίδιο ενθουσιασμό.