Το αμερικανικό δολάριο έχει υποτιμηθεί περισσότερο από 8% φέτος, εν μέσω αβεβαιότητας σχετικά με τις εξελίξεις στη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, καθώς και ανησυχιών για την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, της Fed. Παρά τις αρχικές προσδοκίες για αντεπίθεση, το δολάριο βρίσκεται και πάλι υπό πίεση.

Δεν είναι οι πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ που το βάζουν στο στόχαστρο, ούτε τα σενάρια για την αποχώρηση του Τζερόμ Πάουελ από τη διοίκηση της κεντρικής τράπεζας. Οι αγορές γνωρίζουν ότι δεν θα απολυθεί, αλλά θα αντικατασταθεί κανονικά, με τον Οικονομικό Σύμβουλο του Λευκού Οίκου, Κέβιν Χάσετ, να είναι ο πιθανός διάδοχος.

Ο πραγματικός κίνδυνος για το δολάριο δεν προέρχεται από τη Fed, η οποία αναμένεται να μειώσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού στην επόμενη συνεδρίαση, αλλά από τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, οι πολιτικές των δύο μεγάλων κεντρικών τραπεζών φαίνεται να ακολουθούν εντελώς αντίθετες κατευθύνσεις.

Οι επενδυτές αυξάνουν τα στοιχήματά τους ότι η ΕΚΤ θα χρειαστεί να αυξήσει τα επιτόκια μέσα στο 2026, ενώ οι ΗΠΑ προετοιμάζονται για νέες μειώσεις του κόστους δανεισμού. Αυτή η μεταστροφή των προσδοκιών ενισχύει την πίεση στο δολάριο.

Οι τιμές στα swaps δείχνουν ότι η ΕΚΤ έχει μεγαλύτερη πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων παρά μείωσης μέσα στο επόμενο έτος, κάτι που αποτελεί θεαματική ανατροπή σε σχέση με τα τέλη Νοεμβρίου, όταν η αγορά προεξοφλούσε μικρή μείωση. Η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος της κεντρικής τράπεζας, δήλωσε ότι είναι «άνετη» με τις προβλέψεις για άνοδο των επιτοκίων, προσθέτοντας ότι το επόμενο βήμα πιθανότατα θα είναι σύσφιξη και όχι χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.

Το νέο περιβάλλον αναπροσαρμογής των προσδοκιών έχει οδηγήσει σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων μεγάλων οικονομιών της Ευρωζώνης. Το γερμανικό 10ετές Bund είδε την απόδοσή του να ανεβαίνει κατά 7 μονάδες βάσης στο 2,87%, με παρόμοιες κινήσεις να καταγράφονται και σε ομόλογα Ιταλίας, Γαλλίας και Ολλανδίας.

Την ίδια στιγμή, η Fed αναμένεται να ανακοινώσει μια ακόμη μείωση επιτοκίων στη συνεδρίαση της Τετάρτης και να δώσει σήμα για δύο πρόσθετες μειώσεις μέσα στο 2026. Αυτή η απόκλιση φέρνει το δολάριο σε μειονεκτική θέση έναντι του ευρώ. Όπως σημειώνει ο Chris Turner της ING, αν η Fed παραμείνει σε «διάθεση περιστεράς», ενώ οι άλλες μεγάλες οικονομίες μεταβαίνουν σε κύκλους σύσφιξης, το 2026 θα μπορούσε να είναι χρονιά ήπιας αλλά συνεχούς αποδυνάμωσης του δολαρίου.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η αναθέρμανση των οικονομιών σε Καναδά και Αυστραλία, καθώς και η επανεμφάνιση της απειλής του πληθωρισμού, οδηγούν τις αγορές να προεξοφλούν πιθανές αυξήσεις επιτοκίων στον Καναδά στις αρχές του 2026, μικρή πιθανότητα αύξησης από την Reserve Bank of Australia ήδη από τον Φεβρουάριο, και τουλάχιστον δύο αυξήσεις από την Τράπεζα της Ιαπωνίας έως τα τέλη του 2026, καθώς η χώρα συνεχίζει την έξοδό της από την εποχή των μηδενικών επιτοκίων.