Η Berkshire Hathaway συνεχίζει να αποσύρεται από τις αγορές μετοχών, ακόμη και μετά την αλλαγή ηγεσίας, συσσωρεύοντας ένα τεράστιο «πολεμοφόδιο» ρευστότητας που ξεπερνά πλέον τα 380 δισ. δολάρια. Υπό την καθοδήγηση του νέου CEO, Γκρεγκ Έιμπελ, ο όμιλος επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο μιας ασταθούς αγοράς, ενισχύοντας περαιτέρω το ήδη ιστορικά υψηλό ταμείο του.
Στο πρώτο τρίμηνο, η Berkshire προχώρησε σε καθαρές πωλήσεις μετοχών, επεκτείνοντας το σχετικό σερί στα 14 διαδοχικά τρίμηνα. Συνολικά πούλησε τίτλους αξίας 24 δισ. δολαρίων, ενώ οι αγορές της περιορίστηκαν στα 15,9 δισ. δολάρια, αποκομίζοντας φορολογητέα κέρδη 7,2 δισ. δολαρίων. Είναι ένα σαφές σήμα ότι δεν έχει εμπιστοσύνη στο τρέχον ράλι της αγοράς μετοχών. Το χαρτοφυλάκιο μετοχών της, ύψους περίπου 288 δισ. δολαρίων, είδε τη μεγαλύτερη εκκαθάριση από το 2024, όταν η εταιρεία είχε μειώσει σημαντικά τη συμμετοχή της στην Apple.
Η αύξηση της ρευστότητας κατά περίπου 7 δισ. δολάρια από το τέλος του 2025 φέρνει εκ νέου στο προσκήνιο το βασικό ερώτημα των επενδυτών: πότε –και πού– θα αξιοποιηθεί αυτό το τεράστιο κεφάλαιο.
Μέρος αυτών των διαθεσίμων είναι δεσμευμένο για ρυθμιστικούς λόγους, ώστε να διασφαλίζονται οι ασφαλισμένοι των θυγατρικών του ομίλου. Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι η Berkshire διατηρεί σημαντικό περιθώριο για μεγάλες εξαγορές ή στρατηγικές τοποθετήσεις σε εισηγμένες εταιρείες. Η επιλογή της να μην κινηθεί επιθετικά μέχρι στιγμής ερμηνεύεται ως ένδειξη επιφυλακτικότητας απέναντι στη μεταβλητότητα των αγορών, αλλά και ως αναμονή για πιο ελκυστικές αποτιμήσεις.
Τα οικονομικά αποτελέσματα του ομίλου παρέμειναν ισχυρά. Τα καθαρά κέρδη υπερδιπλασιάστηκαν σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 10,1 δισ. δολάρια, ενώ τα λειτουργικά κέρδη –το βασικό μέτρο απόδοσης της Berkshire– αυξήθηκαν κατά 18%, στα 11,3 δισ. δολάρια. Οι επιδόσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν τις διακυμάνσεις στην αποτίμηση του χαρτοφυλακίου μετοχών, οι οποίες, βάσει των λογιστικών κανόνων των ΗΠΑ, επηρεάζουν το τελικό καθαρό αποτέλεσμα.
Στο πρώτο τρίμηνο, η εικόνα ήταν θετική αλλά όχι ομοιόμορφη. Η σιδηροδρομική μονάδα BNSF κατέγραψε αύξηση κερδοφορίας χάρη στην ισχυρή ζήτηση για μεταφορές. Αντίθετα, καταγράφηκε αδυναμία στον κλάδο της κατοικίας και των δομικών υλικών, λόγω χαμηλότερης ζήτησης.
Ο βασικός ασφαλιστικός τομέας σημείωσε αύξηση κερδών κατά 29%, με τη δραστηριότητα αντασφάλισης να αντισταθμίζει τις πιέσεις στη Geico, όπου η εταιρεία αύξησε τις δαπάνες για προσέλκυση πελατών, ενώ αντιμετώπισε και υψηλότερες αποζημιώσεις. Παράλληλα, η Berkshire προχώρησε σε επαναγορά ιδίων μετοχών ύψους 234 εκατ. δολαρίων τον Μάρτιο – η πρώτη τέτοια κίνηση μετά από 22 μήνες και η πρώτη υπό την ευθύνη του Άμπελ.
Τα αποτελέσματα ανακοινώθηκαν λίγες ώρες πριν από την ετήσια γενική συνέλευση της εταιρείας στην Ομάχα, γνωστή ως «Woodstock για καπιταλιστές», όπου συγκεντρώνονται δεκάδες χιλιάδες μέτοχοι. Η φετινή συνάντηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς είναι η πρώτη μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον Άμπελ, ο οποίος διαδέχθηκε τον εμβληματικό Γουόρεν Μπάφετ. Το βασικό ερώτημα για επενδυτές και αναλυτές είναι αν ο νέος επικεφαλής θα ακολουθήσει την παραδοσιακή στρατηγική της Berkshire ή αν θα προχωρήσει σε αλλαγές.
Όπως σημειώνουν στελέχη του ομίλου, η μετάβαση μέχρι στιγμής χαρακτηρίζεται από συνέχεια. Όμως η συγκέντρωση τεράστιας ρευστότητας και η επιφυλακτικότητα στις αγορές δείχνουν ότι ο Έιμπελ ίσως ετοιμάζει την επόμενη μεγάλη κίνηση — απλώς περιμένει τη σωστή στιγμή.