Οι οικονομολόγοι συχνά αναφέρουν διάφορες απειλές, όπως χρέη, τραπεζικές κρίσεις και γεωπολιτικά σοκ, περισσότερο ως προειδοποίηση παρά ως ανάλυση. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιοι κίνδυνοι μπορούν πραγματικά να αναγκάσουν μια πλήρη αναθεώρηση του βασικού μακροοικονομικού σεναρίου για το 2026. Το νέο report του Neil Shearing από την Capital Economics αναδεικνύει τους κινδύνους που έχουν πραγματική δύναμη ανατροπής.
Παραδοσιακά, τα μεγάλα μακροοικονομικά σοκ προέρχονται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι τράπεζες σήμερα είναι πιο καλά κεφαλαιοποιημένες και λιγότερο μοχλευμένες σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις, γεγονός που τις καθιστά λιγότερο προφανή αφετηρία ενός συστημικού επεισοδίου. Ωστόσο, η πραγματική εστία ανησυχίας βρίσκεται στο ιδιωτικό χρέος. Ο Neil Shearing επισημαίνει ότι ο πραγματικός κίνδυνος εντοπίζεται στην εκρηκτική ανάπτυξη της αγοράς private credit, η οποία παραμένει ελάχιστα εποπτευόμενη. Ο συνδυασμός μόχλευσης και χαμηλής ρευστότητας μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνος όταν η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Μόνο μια κρίση αρκετά μεγάλη ώστε να “μολύνει” το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα θα είχε ουσιαστική μακροοικονομική σημασία.
Η έκρηξη του κλάδου του private credit έχει μεταμορφώσει έναν τομέα που παλαιότερα απευθυνόταν κυρίως σε μεσαίες επιχειρήσεις, σε έναν παράλληλο μηχανισμό χρηματοδότησης που μοιάζει όλο και περισσότερο με τη δημόσια αγορά ομολόγων. Οι γραμμές μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών αγορών θολώνουν, με το private credit να επεκτείνεται σε σχεδόν κάθε τμήμα των δημόσιων αγορών σταθερού εισοδήματος. Το υπό διαχείριση ενεργητικό του κλάδου αναμένεται να φτάσει τα 5 τρισ. δολάρια έως το 2029, πλησιάζοντας το μέγεθος της αγοράς των δημοσίων ομολόγων υψηλής απόδοσης.
Η ταχύτατη συσσώρευση κεφαλαίων στον τομέα αυτό δημιουργεί ανησυχίες, όπως φάνηκε από την περίπτωση της First Brands, η οποία αθέτησε πληρωμές άνω του 1,5 δισ. δολαρίων σε ιδιωτικά δάνεια λόγω ξαφνικής κρίσης ρευστότητας. Αυτό λειτουργεί ως καμπανάκι, καθώς η πραγματική εικόνα των θεμελιωδών μεγεθών συχνά δεν είναι ορατή στους δανειστές.
Ένας άλλος πιθανός κίνδυνος είναι μια απότομη διόρθωση στα χρηματιστήρια. Μετά από πολυετή ράλι και αποτιμήσεις που αγγίζουν επίπεδα dotcom, λίγες αστοχίες στα εταιρικά κέρδη θα μπορούσαν να αλλάξουν το κλίμα. Ωστόσο, η πραγματική επίπτωση μιας διόρθωσης στην οικονομική δραστηριότητα είναι συχνά υπερτιμημένη.
Οι αγορές προεξοφλούν σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και μείωση επιτοκίων το 2026, αλλά η συμπεριφορά των τιμών δεν είναι ποτέ δεδομένη. Ένα σενάριο κινδύνου είναι η επιμονή μεγαλύτερης της αναμενόμενης ζήτησης, που θα δυσκολέψει τις κεντρικές τράπεζες. Πολύ πιο προβληματική θα ήταν μια νέα διαταραχή στην προσφορά ή μια μετατόπιση των πληθωριστικών προσδοκιών.
Ο Shearing τονίζει ότι ο πιο σημαντικός καθοδικός κίνδυνος δεν είναι ο πληθωρισμός, αλλά η αμερικανική ανάπτυξη. Η ανοδική πρόβλεψη για το 2026 στηρίζεται στην υπόθεση ότι η παραγωγικότητα θα συνεχίσει να υπεραποδίδει και ότι η επιβράδυνση της απασχόλησης δεν θα μεταφραστεί σε απότομη πτώση της κατανάλωσης. Αν η παραγωγικότητα διαψεύσει τις προσδοκίες, μπορεί να ξεκινήσει ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος.
Το πολιτικό ρίσκο είναι επίσης σημαντικό, καθώς οι αγορές ομολόγων ανησυχούν για τη δημοσιονομική αξιοπιστία. Πολιτικές εξελίξεις που δημιουργούν αμφιβολία μπορούν να οδηγήσουν σε sell-off και αύξηση των αποδόσεων. Πιθανοί «πυροκροτητές» περιλαμβάνουν τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027 και πιθανές αλλαγές στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ωστόσο, υπάρχει και το θετικό σενάριο. Οι οικονομολόγοι συχνά είναι μελαγχολικοί, αλλά οι οικονομίες συνήθως τα καταφέρνουν καλύτερα από τις προβλέψεις. Μια ενδιαφέρουσα θετική έκπληξη για το 2026 θα ήταν η διαπίστωση ότι η πρόσφατη άνοδος της αμερικανικής παραγωγικότητας είναι προάγγελος ενός πιο διαρκούς, διεθνούς productivity boom, που θα τροφοδοτηθεί από την ταχύτατη διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης.