Η αγορά εμπορευμάτων εισέρχεται σε καθεστώς πλήρους ανατροπής, με την Citi να προειδοποιεί ότι το ενεργειακό σοκ από τη Μέση Ανατολή δεν έχει ακόμη αποτιμηθεί πλήρως. Αυτό ενδέχεται να εξελιχθεί σε κρίση τύπου δεκαετίας του 1970, με άμεσες επιπτώσεις σε πληθωρισμό, ανάπτυξη και επενδυτικές ροές. Η εικόνα δείχνει ότι το πετρέλαιο αναδεικνύεται στον βασικό οδηγό της αγοράς, ενώ ο χρυσός, παρά την πρόσφατη διόρθωση, επανέρχεται στο επίκεντρο ως στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο, αλλά με διαφορετική χρονική λογική.
Η Citi εστιάζει στη διαταραχή των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, όπου καταγράφεται απώλεια έως και 11-16 εκατ. βαρελιών ημερησίως, δηλαδή ένα σοκ μεγαλύτερο αναλογικά από τα ιστορικά ενεργειακά επεισόδια του παρελθόντος. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναλυτές διαμορφώνουν τρία βασικά σενάρια: το βασικό σενάριο προβλέπει τιμή Brent στα 120 δολάρια/βαρέλι στο άμεσο διάστημα, το ανοδικό σενάριο κίνηση έως 150 δολάρια και το ακραίο σενάριο, σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης, τιμές έως και 180-200 δολάρια “all-in”.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η αγορά δεν πρέπει να εστιάζει μόνο στην τιμή του crude. Η Citi επισημαίνει ότι το πραγματικό κόστος ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη και τα προϊόντα διύλισης, έχει ήδη εκτιναχθεί, με το συνολικό ενεργειακό βάρος να προσεγγίζει τα 4,6 τρισ. δολάρια ετησίως, δηλαδή πάνω από 4% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι η επίπτωση στην οικονομία είναι ήδη συγκρίσιμη με μεγάλα ιστορικά σοκ, πριν ακόμη κορυφωθούν οι τιμές.
Η Citi προειδοποιεί ότι το ενεργειακό σοκ μεταφράζεται άμεσα σε πληθωριστικές πιέσεις, επηρεάζοντας το κόστος μεταφοράς, την παραγωγή βιομηχανίας και τις τιμές καυσίμων και ενέργειας. Αν η κρίση παραταθεί πέραν των 4-6 εβδομάδων, το σενάριο μετατοπίζεται προς ένα περιβάλλον στασιμοπληθωρισμού, με χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό.
Η πτώση στο χρυσό τώρα αποτελεί ευκαιρία. Παρά την ένταση του γεωπολιτικού κινδύνου, ο χρυσός δεν αντέδρασε όπως θα περίμενε κανείς, καταγράφοντας πτώση περίπου 15%, υποχωρώντας κάτω από τα 4.500 δολάρια ανά ουγγιά. Η Citi εξηγεί ότι ο χρυσός λειτουργεί σήμερα περισσότερο ως περιουσιακό στοιχείο ρίσκου, επηρεαζόμενος από τα υψηλά πραγματικά επιτόκια και την ισχυροποίηση του δολαρίου, σε συνδυασμό με τη μεγάλη συμμετοχή retail επενδυτών το τελευταίο διάστημα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ακολουθεί, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, την πορεία των risk assets αντί να λειτουργεί ως καταφύγιο.
Παρά τη βραχυπρόθεσμη αδυναμία, η Citi γίνεται πιο θετική για τον χρυσό σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Η στρατηγική δεν αφορά το «αν», αλλά το «πότε». Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι σε μεγάλα σοκ ο χρυσός συχνά υποχωρεί αρχικά και στη συνέχεια ακολουθεί ισχυρή ανοδική πορεία. Συνολικά, η Citi προκρίνει άμεση έκθεση σε ενεργειακά commodities ως αντιστάθμιση πληθωρισμού, σταδιακή τοποθέτηση στον χρυσό, με έμφαση στο timing και μεταγενέστερη επανατοποθέτηση σε μέταλλα, καθώς θα απορροφάται το αρχικό σοκ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά την ένταση των εξελίξεων, ο δείκτης εμπορευμάτων έχει κινηθεί μόλις οριακά ανοδικά, κάτι που υποδηλώνει ότι οι αγορές δεν έχουν ακόμη αποτιμήσει πλήρως τον κίνδυνο. Το συμπέρασμα της Citi είναι ότι η αγορά βρίσκεται σε φάση καθυστέρησης προσαρμογής, με το ενεργειακό σοκ να λειτουργεί ως βασικός καταλύτης για το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων. Με το πετρέλαιο να καθορίζει τον κύκλο και τον χρυσό να ακολουθεί σε δεύτερη φάση, το 2026 μετατρέπεται σε χρονιά όπου η μακροοικονομική εικόνα και η γεωπολιτική ένταση θα καθορίσουν τις αποδόσεις, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Όπως επισημαίνει η Citi, το κρίσιμο δεν είναι αν θα υπάρξει σοκ, αλλά πόσο θα διαρκέσει και πόσο ψηλά θα οδηγήσει τις τιμές της ενέργειας.