Σημαντική διόρθωση παρατηρήθηκε στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Πέμπτης, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν την αδυναμία της Wall Street και τα αποτελέσματα των εταιρικών κερδών, καθώς και τις συναντήσεις νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Τράπεζα της Αγγλίας (BoE). Το διεθνές κλίμα επηρεάστηκε από τις ανησυχίες σχετικά με τις δαπάνες που σχετίζονται με τη συσσώρευση της τεχνητής νοημοσύνης, με αποτέλεσμα η συνεχόμενη πτώση των αμερικανικών μετοχών να επηρεάσει αρνητικά το κλίμα και στην Ασία και στην Ευρώπη.

Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 σημείωσε πτώση 1,05% και διαμορφώθηκε στις 611,65 μονάδες, με τους περισσότερους επιμέρους κλάδους να κινούνται σε αρνητικό έδαφος. Στις μεγάλες αγορές της περιοχής, ο γερμανικός DAX υποχώρησε κατά 0,46% στις 24.491 μονάδες, ο γαλλικός CAC 40 σημείωσε κάμψη 0,29% στις 8.238 μονάδες και ο FTSE 100 στο Λονδίνο έχασε 0,90%, φτάνοντας τις 10.309 μονάδες. Στην περιφέρεια, ο FTSE MIB στο Μιλάνο κατέγραψε απώλειες 1,75% στις 45.819 μονάδες, ενώ ο IBEX 35 στη Μαδρίτη διαμορφώθηκε στις 17.746 μονάδες, μειωμένος κατά 1,97%.

Η ημέρα κρίσης για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και της BoE δεν επεφύλασσε εκπλήξεις, καθώς οι αγορές είχαν προεξοφλήσει ότι και οι δύο θα κρατήσουν στάση αναμονής. Η ΕΚΤ αποφάσισε να διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα στο 2%, για πέμπτη συνεχόμενη φορά, εν αναμονή της οικονομικής κατάστασης στην Ευρωζώνη. Αυτή η απόφαση έρχεται σε ένα περιβάλλον όπου ο πληθωρισμός στην περιοχή αποκλιμακώνεται στο 1,7% τον Ιανουάριο από 1,9% τον Δεκέμβριο, επιτρέποντας στο συμβούλιο να παραμείνει σε στάση αναμονής.

Παρά τη μείωση του πληθωρισμού, η ΕΚΤ προειδοποίησε ότι η οικονομική ανάκαμψη παραμένει αβέβαιη και θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις προτού αποφασίσει για νέες κινήσεις. Στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου, η Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε ότι η ΕΚΤ παραμένει σε επαγρύπνηση και παρακολουθεί τις οικονομικές εξελίξεις στην Ευρωζώνη, αναφέροντας ότι οι κίνδυνοι για την οικονομία παραμένουν.

Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Αγγλίας αποφάσισε να διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα στο 3,75%, επικαλούμενη τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, παρά τα σημάδια αδυναμίας στην αγορά εργασίας. Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η Βρετανία αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό, με τους οικονομολόγους να αναμένουν ότι η Τράπεζα θα συνεχίσει να παρακολουθεί τις επιπτώσεις των πολιτικών αυξήσεων επιτοκίων.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος παρέμεινε και η ροή των εταιρικών επιδόσεων, με την ατζέντα να περιλαμβάνει εταιρείες όπως οι BBVA, BNP Paribas, Vinci, BMW, Siemens Healthineers, Anglo American, Danske Bank, ArcelorMittal, Moller Maersk, Rheinmetall και Shell. Ιδιαίτερα οι τελευταίες δύο εταιρείες, που απογοήτευσαν τους επενδυτές, κατέγραψαν σημαντικές απώλειες, επηρεάζοντας αρνητικά τα χρηματιστήρια της Φρανκφούρτης και του Λονδίνου.

Στις αγορές commodities, οι τιμές του πετρελαίου σημείωσαν απότομη πτώση την Πέμπτη, μετά την ανακοίνωση ότι οι ΗΠΑ και το Ιράν συμφώνησαν να διεξάγουν συνομιλίες, μειώνοντας τις ανησυχίες για στρατιωτική σύγκρουση. Η τιμή του Brent υποχώρησε κατά 2,55% στα 67,72 δολάρια, ενώ η τιμή του αμερικάνικου WTI μειώθηκε κατά 2,56% στα 63,47 δολάρια το βαρέλι. Παρά τις συνομιλίες, υπάρχουν ανησυχίες ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, θα προχωρήσει σε στρατηγικές επιθέσεις κατά του Ιράν, θέτοντας σε κίνδυνο μια ευρύτερη σύγκρουση στην περιοχή.

Ο χρυσός επίσης σημείωσε πτώση, με την τιμή spot να υποχωρεί κατά 0,99% στα 4.874 δολάρια την ουγγιά. Στην αγορά συναλλάγματος, το δολάριο κέρδισε έδαφος για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, με τον δείκτη δολαρίου να ανεβαίνει σε υψηλό δύο εβδομάδων στο 97,78 και την ισοτιμία ευρώ/δολαρίου να κινείται στο 1,1799. Η στερλίνα κινήθηκε πτωτικά έναντι του ευρώ και του δολαρίου, μετά την απόφαση της BoE να κρατήσει αμετάβλητα τα επιτόκια.