Το 2025, οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σε τροχιά για την καλύτερη επίδοση των τελευταίων σχεδόν τριών δεκαετιών, με τον δείκτη STOXX Europe 600 Banks Index να καταγράφει άνοδο κοντά στο 60% από τις αρχές του έτους. Αυτή είναι η καλύτερη ετήσια επίδοση του κλάδου από το 1997, σφραγίζοντας μια χρονιά που οι αναλυτές χαρακτηρίζουν «εξαιρετική».

Η ισχυρή χρηματιστηριακή εικόνα συνοδεύεται από θετικά αποτελέσματα, με τράπεζες όπως η HSBC και η UBS να υπερβαίνουν τις προσδοκίες στο τρίτο τρίμηνο, ενώ μετοχές όπως της Commerzbank και της Société Générale έχουν υπερδιπλασιάσει την αποτίμησή τους σε διάστημα 12 μηνών. Ο Benjamin Goy, επικεφαλής έρευνας ευρωπαϊκών χρηματοοικονομικών της Deutsche Bank, χαρακτήρισε το 2025 «χρονιά-ορόσημο» για τον κλάδο, σημειώνοντας ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σε καθεστώς σημαντικού πλεονάζοντος κεφαλαίου. «Είναι τόσο κερδοφόρες που πλέον μπορούν να κάνουν περισσότερα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Καθώς ο κλάδος κοιτάζει προς το 2026, το βασικό ερώτημα που απασχολεί τις διοικήσεις είναι πώς θα αξιοποιηθεί αυτό το πλεονάζον κεφάλαιο. Οι επαναγορές μετοχών και τα αυξημένα μερίσματα παραμένουν η πιο ασφαλής επιλογή, με χαμηλό εκτελεστικό ρίσκο. Ωστόσο, το ενδιαφέρον φαίνεται να μετατοπίζεται προς την ανόργανη ανάπτυξη, δηλαδή τις εξαγορές και συγχωνεύσεις. Σύμφωνα με τον Goy, το ενδιαφέρον για M&A επιστρέφει μετά από σχεδόν μία δεκαετία αδράνειας. «Υπάρχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στα διοικητικά επιτελεία και αυξανόμενη στήριξη από τους επενδυτές. Τα deals που ανακοινώνονται είναι συχνά κερδοφόρα από την πρώτη στιγμή, γεγονός που εξηγεί γιατί συχνά ανεβαίνει και η μετοχή του αγοραστή», σημείωσε.

Η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αναδεικνύονται σε εστίες τραπεζικής συγκέντρωσης, με τις περισσότερες κινήσεις να αφορούν εγχώρια «bolt-on» deals, όπου το ρίσκο εκτέλεσης είναι χαμηλότερο και οι συνέργειες πιο άμεσες. Μεταξύ των τραπεζών που εκτιμάται ότι θα πρωταγωνιστήσουν σε τέτοιες κινήσεις συγκαταλέγονται η Monte dei Paschi di Siena, η Erste Group, η Bank of Ireland και η Barclays.

Η στήριξη στον κλάδο προέρχεται και από τη στροφή διεθνών επενδυτών προς διαφοροποίηση εκτός αμερικανικής τεχνολογίας, με τις ευρωπαϊκές τράπεζες να επωφελούνται από αλλεπάλληλες αναβαθμίσεις κερδών και επαναξιολόγηση αποτιμήσεων. Παρά το ράλι, ο κλάδος εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με μονοψήφιο δείκτη P/E, γεγονός που τον καθιστά ελκυστικό ως αντιστάθμισμα έναντι των ακριβών αμερικανικών αγορών. Η Sharon Bell, ανώτερη στρατηγική αναλύτρια ευρωπαϊκών μετοχών της Goldman Sachs, αναγνωρίζει ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες αποτελούν πλέον «consensus trade», ωστόσο υπογραμμίζει ότι ένα περιβάλλον θετικής οικονομικής ανάπτυξης και καμπύλης αποδόσεων με κλίση εξακολουθεί να λειτουργεί υπέρ του κλάδου.

Παρά τις μειώσεις επιτοκίων που περιορίζουν ελαφρώς τα καθαρά έσοδα από τόκους μέσα στο 2025, η σταθεροποίηση της νομισματικής πολιτικής και η αύξηση των όγκων δανείων και καταθέσεων δημιουργούν νέες βάσεις ανάπτυξης. Όπως επισημαίνει ο Goy, τα καθαρά έσοδα από τόκους παραμένουν ο βασικός μοχλός κερδοφορίας, ενώ η αυξανόμενη συμμετοχή των Ευρωπαίων στις κεφαλαιαγορές ενισχύει τα έσοδα από προμήθειες, αντισταθμίζοντας το χαμηλότερο επιτοκιακό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το 2025 επιβεβαίωσε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν αφήσει πίσω τους την εποχή της αμφισβήτησης. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν μπορούν να δημιουργήσουν αξία — αλλά πώς θα αξιοποιήσουν την ισχύ που έχουν ξανακερδίσει.