Οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Μανιάτης, Σάκης Αρναούτογλου και Νίκος Παπανδρέου, καταψήφισαν την τελική συμφωνία για την αναθεώρηση του Συστήματος Γενικευμένων Δασμολογικών Προτιμήσεων (GSP) κατά τη διαδικασία στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Στην ανακοίνωσή τους, εξέφρασαν την έντονη αντίθεσή τους σε ένα πλαίσιο που αφήνει ουσιαστικά απροστάτευτο τον ευρωπαϊκό τομέα παραγωγής ρυζιού.

Σύμφωνα με τους ευρωβουλευτές, η συμφωνία που εγκρίθηκε δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία των Ευρωπαίων παραγωγών απέναντι στις μαζικές εισαγωγές ρυζιού από τρίτες χώρες με μηδενικούς ή εξαιρετικά χαμηλούς δασμούς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός καθεστώτος άνισου ανταγωνισμού, το οποίο ασκεί ασφυκτική πίεση στους παραγωγούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδιαίτερα στους παραγωγούς του ευρωπαϊκού Νότου.

Στην ανακοίνωση επισημαίνεται επίσης ότι οι ευρωβουλευτές υπερψήφισαν συγκεκριμένες τροπολογίες που ενίσχυαν την προστασία του ευρωπαϊκού τομέα ρυζιού. Οι τροπολογίες αυτές προέβλεπαν την ενεργοποίηση αυτόματου μηχανισμού διασφάλισης, ώστε όταν οι εισαγωγές ρυζιού από συγκεκριμένες χώρες υπερβαίνουν τα καθορισμένα επίπεδα αναφοράς κατά 20%, να αναστέλλονται προσωρινά οι δασμολογικές προτιμήσεις και να επιβάλλονται ποσοστώσεις εισαγωγών για την επόμενη περίοδο. Στόχος των προτάσεων αυτών ήταν να δημιουργηθεί ένα προληπτικό και σταθεροποιητικό εργαλείο για την ευρωπαϊκή αγορά, που θα προστατεύει τη βιωσιμότητα του κλάδου χωρίς να αναιρεί τον αναπτυξιακό χαρακτήρα του συστήματος εμπορικών προτιμήσεων. Δυστυχώς, οι προειδοποιήσεις αυτές αγνοήθηκαν στην τελική συμφωνία.

Σε κοινή δήλωσή τους, οι ευρωβουλευτές τονίζουν ότι «δεν μπορούμε να αποδεχθούμε μια ευρωπαϊκή πολιτική που μιλά για επισιτιστική ασφάλεια, αλλά την ίδια στιγμή αφήνει εκτεθειμένους τους αγρότες της Ευρώπης». Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, διαθέτει έναν δυναμικό αλλά ευάλωτο τομέα παραγωγής ρυζιού. Περισσότεροι από 4.000 Έλληνες παραγωγοί και χιλιάδες ακόμη Ευρωπαίοι καλλιεργητές βλέπουν την ανταγωνιστικότητά τους να υπονομεύεται από εισαγωγές που συχνά πραγματοποιούνται σε τιμές κάτω του κόστους παραγωγής της Ευρώπης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να προστατεύσει τη δική της παραγωγή και τις αγροτικές κοινότητες που τη στηρίζουν.