Τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης κατευθύνονται προς έναν από τους χειρότερους μήνες της τελευταίας δεκαετίας, με το κόστος δανεισμού ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών να φτάνει σε πολυετή υψηλά. Οι επενδυτές ανησυχούν για τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν στα δημόσια οικονομικά της περιοχής. Το κόστος δανεισμού της Ιταλίας για το 10ετές ομόλογο έφτασε έως και το 4,14% την Παρασκευή, το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2024, εν μέσω παγκόσμιου sell-off στα ομόλογα, που τροφοδοτείται από φόβους για αναζωπύρωση του πληθωρισμού λόγω της εκτίναξης των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η απόδοση υποχώρησε αργότερα στο 4,08%, ωστόσο παραμένει αυξημένη κατά σχεδόν 0,8 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στον μήνα, προσεγγίζοντας την αντίστοιχη αναταραχή της ενεργειακής κρίσης του 2022. Αντίστοιχα, η απόδοση των 10ετών ομολόγων της Γαλλίας άγγιξε σχεδόν το 3,9%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ της Ισπανίας πλησίασε το 3,7% για πρώτη φορά από τα τέλη του 2023. Όσον αφορά το γερμανικό bund, η απόδοση του εκτοξεύτηκε έως και το 3,12%, το υψηλότερο σημείο από τα μέσα του 2011, κατά την τότε κρίση που κλόνιζε την Ευρωζώνη.
Η συνολική άνοδος του γερμανικού bund ξεπερνά τις 47 μονάδες βάσης μέσα στο Μάρτιο, που αποτελεί τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο από τον Δεκέμβριο του 2022. Αντίστοιχα, η απόδοση των 2ετών γερμανικών τίτλων έχει ανέβει 72 μονάδες βάσης μέσα στο μήνα. Το Spread των ιταλικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, βασικός δείκτης ανησυχίας των επενδυτών, βρισκόταν περίπου στο 0,6% πριν από τη σύγκρουση, αλλά πλέον πλησιάζει ξανά το 1%.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και το κόστος δανεισμού της Βρετανίας, που κινείται στο ανώτερο επίπεδο από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, με το 10ετές κρατικό τίτλο (gilt) να φτάνει το 5,97% την Παρασκευή, προσθέτοντας 83 μονάδες βάσης μέσα στον τελευταίο μήνα. Οι πιέσεις στα ομόλογα εντάθηκαν καθώς οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προχωρήσει σε τουλάχιστον δύο αυξήσεις επιτοκίων μέσα στο έτος, προκειμένου να συγκρατήσει το αναμενόμενο κύμα πληθωρισμού.
Η Κριστίν Λαγκάρντ, σε συνέντευξή της στον «The Economist», σχολίασε ότι οι απόψεις περί ταχείας ανάκαμψης από τον πόλεμο είναι «υπερβολικά αισιόδοξες», προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση οι χαμένες ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο να αποκατασταθούν γρήγορα. Η διαταραχή δεν αποκλείεται να διαρκέσει χρόνια, προειδοποίησε. Οι προοπτικές αυτές θα επηρεάσουν τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης, που ήδη για τον Φεβρουάριο ανέβηκε στο 1,9%, πριν καν ξεκινήσει ο πόλεμος.
Τα στοιχεία πληθωρισμού που ανακοίνωσε η Ισπανία την Παρασκευή έδειξαν τον δείκτη στο 3,3%. «Το φάσμα του πληθωρισμού έχει επιστρέψει», προειδοποίησε η Γερμανίδα οικονομολόγος Ίζαμπελ Σνάμπελ, προσθέτοντας ότι η μεταστροφή ήρθε ταχύτερα απ’ ό,τι «πολλοί ανέμεναν». Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ δεν χρειάζεται να «σπεύσει να δράσει» και έχει «χρόνο να εξετάσει τα δεδομένα» για ενδείξεις δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων.
Στις αγορές χρήματος, τα προγνωστικά έχουν ήδη πάρει φωτιά, δίνοντας πάνω από 90% πιθανότητες σε αύξηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων στη συνεδρίαση της ΕΚΤ τον Ιούνιο. «Οι επενδυτές αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι κινούμαστε προς έναν συνδυασμό χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού, μαζί με περισσότερη δημοσιονομική στήριξη και αυξημένες κρατικές δαπάνες», σχολίασε ο Τόμας Βιελάδεκ, επικεφαλής ευρωπαϊκής μακροοικονομικής στρατηγικής της T Rowe Price.
Οι διαχειριστές κεφαλαίων επισημαίνουν ότι η άνοδος των αποδόσεων στα μακροπρόθεσμα ομόλογα εντείνεται από το αναμενόμενο πλήγμα στα δημόσια οικονομικά, λόγω του αυξημένου κόστους δανεισμού και των μέτρων στήριξης για την προστασία των καταναλωτών από τις αυξήσεις τιμών. Η Ισπανία ενέκρινε πακέτο φορολογικών μειώσεων ύψους 5 δισ. ευρώ, με στόχο να περιορίσει το κόστος της ενεργειακής κρίσης, όπως με τη μείωση του ΦΠΑ από 21% σε 10% για ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο και καύσιμα.
Στη Γαλλία, η κυβέρνηση έχει επιλέξει μια πιο στοχευμένη στρατηγική με προσωρινά μέτρα στήριξης σε κλάδους με υψηλή κατανάλωση καυσίμων, όπως οι μεταφορές, η γεωργία και η αλιεία. Στη Γερμανία, η κυβέρνηση Μερτς εστιάζει στη ρύθμιση της αγοράς και στη βιομηχανική στήριξη, με παρεμβάσεις στον τρόπο τιμολόγησης των καυσίμων και πολιτικές έμμεσης ενίσχυσης της βιομηχανίας.
Η Ιταλία προχώρησε σε προσωρινή μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα κατά 20%, μέτρο που κοστίζει 417 εκατ. ευρώ έως τις 7 Απριλίου. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι τα δημόσια οικονομικά στην ευρωζώνη «θα επιδεινωθούν», καθώς οι κυβερνήσεις δαπανούν «μεγάλα ποσά δημόσιου χρήματος» για να απορροφήσουν το σοκ, σχολίασε ο Ζαν-Φρανσουά Ρομπέν, επικεφαλής έρευνας της Natixis CIB.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι περαιτέρω άνοδος της απόδοσης του 10ετούς γερμανικού bund θα μπορούσε να οδηγήσει το κόστος δανεισμού άλλων χωρών σε πιο επικίνδυνα επίπεδα. Σε ένα σενάριο όπου το bund ξεπεράσει το 3,5% και τα επιτόκια δανεισμού για Ιταλία και Γαλλία προσεγγίσουν το 5%, η βιωσιμότητα του χρέους θα αρχίσει να φαντάζει αβέβαιη, εντείνοντας την ευρύτερη νευρικότητα στις αγορές.