Λόγω της ραγδαίας αύξησης του τομέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, κρίνεται αναγκαία η επαναξιολόγηση του εποπτικού πλαισίου, ώστε να είναι πανευρωπαϊκό και ενιαίο, προκειμένου να αποφευχθούν μελλοντικές κρίσεις που θα ασκήσουν πίεση στην ευρωπαϊκή αγορά. Κατά την τελευταία δεκαετία, τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία σχεδόν διπλασιάστηκαν, ξεπερνώντας πλέον τα 20 τρισ. ευρώ. Ο τομέας αυτός αναπτύχθηκε περίπου τρεις φορές ταχύτερα από τον τραπεζικό τομέα, ο οποίος διαθέτει περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 39 τρισ. ευρώ.

Οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων συμβάλλουν καθοριστικά στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU), διοχετεύοντας τις αποταμιεύσεις προς παραγωγικές επενδυτικές ευκαιρίες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεδομένου ότι ο τομέας αυτός αναμένεται να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια, η εποπτική αρχιτεκτονική οφείλει να αξιολογηθεί ως προς την καταλληλότητά της. Ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο της ΕΕ θα μπορούσε να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων και να συμβάλει στην άρση των φραγμών στη διασυνοριακή διανομή κεφαλαίων, επισημαίνουν οι αναλυτές της ΕΚΤ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν οι αναλυτές της ΕΚΤ, ο πυρήνας των επενδυτικών κεφαλαίων εντοπίζεται με έδρα την Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, τα οποία προσελκύουν κεφάλαια από ένα ευρύ φάσμα επενδυτών σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το γεγονός ότι τα αμοιβαία κεφάλαια κατανέμουν τα χαρτοφυλάκιά τους ευρέως σε ολόκληρη την ΕΕ και πέραν αυτής σημαίνει ότι υπάρχει βαθιά ενσωμάτωση του τομέα στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αυτή η πανευρωπαϊκή παρουσία σημαίνει ότι οι κλυδωνισμοί μπορούν να εξαπλωθούν γρήγορα πέραν των συνόρων μέσω του κινδύνου μαζικής απόσυρσης και μετάδοσης, γεγονός που θα μπορούσε ενδεχομένως να εντείνει την αναταραχή στις αγορές.

Η αναταραχή των αγορών τον Μάρτιο του 2020 ανέδειξε έναν θεμελιώδη περιορισμό του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου και έδωσε ένα σημαντικό δίδαγμα: οι κίνδυνοι δεν σταματούν στα σύνορα. Αυτό υπογραμμίζει δύο βασικές αδυναμίες του ισχύοντος πλαισίου. Πρώτον, οι εθνικές εποπτικές αρχές ενδέχεται να παραβλέπουν τις πιθανές δευτερογενείς επιπτώσεις σε άλλες χώρες. Δεύτερον, οι χώρες που ενδέχεται να επηρεαστούν από την πίεση στον τομέα των επενδυτικών κεφαλαίων συχνά δεν είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των σχετικών κεφαλαίων και, ως εκ τούτου, δεν έχουν τη δυνατότητα να προλάβουν τους αναδυόμενους κινδύνους.

Αυτή η κατακερματισμένη σε εθνικό επίπεδο εποπτεία αφήνει περιθώρια για εποπτικά κενά, τα οποία θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσω της ολοκληρωμένης εποπτείας, καταλήγει η ΕΚΤ. Ένα ενιαίο ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο θα ενίσχυε την ανθεκτικότητα του τομέα, συμβάλλοντας στη διατήρηση των ροών πιστώσεων και ρευστότητας προς την οικονομία σε περιόδους χρηματοπιστωτικής πίεσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, οι 10 με 15 μεγαλύτεροι όμιλοι διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων κυριαρχούν στο ευρωπαϊκό τοπίο με περίπου 6,3 τρισ. ευρώ σε περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση, ποσό που αντιστοιχεί σε πάνω από το ήμισυ του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των αμοιβαίων κεφαλαίων της ζώνης του ευρώ. Συνολικά, οι 15 μεγαλύτερες τράπεζες που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 8 τρισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε λιγότερο από το ένα τρίτο του συνόλου των τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων της ζώνης του ευρώ.