Μια συμφωνία που θα μπορούσε να αλλάξει τον παγκόσμιο χάρτη των αλκοολούχων ποτών βρίσκεται υπό διαμόρφωση: ο γαλλικός κολοσσός Pernod Ricard και η αμερικανική Brown-Forman, ιδιοκτήτρια του θρυλικού Jack Daniel’s, επιβεβαιώνουν ότι βρίσκονται σε προχωρημένες συζητήσεις για συγχώνευση, σε μια περίοδο έντονων πιέσεων στον κλάδο. Τις πληροφορίες μεταδίδει το Bloomberg.
Εάν προχωρήσει, η συμφωνία θα ενώσει μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα brands παγκοσμίως: από την πλευρά της Pernod Ricard περιλαμβάνονται τα Martell, Jameson, Absolut και Havana Club, ενώ από την πλευρά της Brown-Forman τα Jack Daniel’s, Fords Gin και Herradura tequila. Οι δύο εταιρείες κάνουν λόγο για «συγχώνευση ίσων», που θα ενώσει και δύο οικογένειες με βαθιές ρίζες στον κλάδο: την οικογένεια Ricard και τους απογόνους του George Garvin Brown.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η υπό διαμόρφωση συμφωνία θα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ανταλλαγή μετοχών. Αυτό σημαίνει ότι οι βασικοί μέτοχοι και των δύο πλευρών θα διατηρήσουν σημαντικά ποσοστά και οι οικογένειες θα συνεχίσουν να έχουν ενεργό ρόλο στο νέο σχήμα. Οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και δεν αναμένεται άμεση συμφωνία, όπως μεταδίδει το Bloomberg.
Πίσω από τις διαπραγματεύσεις βρίσκεται μια σαφής πραγματικότητα: ο κλάδος των ποτών δεν βρίσκεται πλέον στην περίοδο ισχυρής ανάπτυξης των προηγούμενων ετών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ζήτηση για premium αλκοολούχα εμφανίζεται υποτονική, ενώ οι καταναλωτές στρέφονται είτε σε φθηνότερες επιλογές είτε μειώνουν συνολικά την κατανάλωσή τους. Την ίδια στιγμή, παράγοντες όπως η αύξηση της χρήσης κάνναβης ή η διάδοση φαρμάκων απώλειας βάρους επηρεάζουν τη συμπεριφορά των καταναλωτών με τρόπους που πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζαν αδιανόητοι.
Για τη Brown-Forman, η εικόνα επιβαρύνεται και από τις εμπορικές εντάσεις, με τους δασμούς να πλήττουν τις εξαγωγές και να οδηγούν σε απότομη πτώση των πωλήσεων σε αγορές όπως ο Καναδάς. Από την πλευρά της, η Pernod Ricard βρίσκεται αντιμέτωπη με αδύναμη ζήτηση στην Κίνα, ιδιαίτερα στον τομέα του κονιάκ, μετά τα αντίμετρα του Πεκίνου στους ευρωπαϊκούς δασμούς για τα ηλεκτρικά οχήματα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συγκέντρωση δυνάμεων εμφανίζεται ως φυσική εξέλιξη. Μια πιθανή συγχώνευση θα έδινε στην Pernod ισχυρότερη παρουσία στην αμερικανική αγορά, ενώ η Brown-Forman θα αποκτούσε μεγαλύτερη πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα διανομής και αγορές υψηλής ανάπτυξης, όπως η Ινδία.
Οι αγορές φαίνεται να υποδέχθηκαν θετικά το ενδεχόμενο της συμφωνίας, με τη μετοχή της Pernod να ενισχύεται και εκείνη της Brown-Forman να καταγράφει εντυπωσιακή άνοδο, ακόμη και σε ενδοσυνεδριακά επίπεδα-ρεκόρ. Ωστόσο, πίσω από την αισιοδοξία διακρίνεται και ένας πιο επιφυλακτικός τόνος: για ορισμένους αναλυτές, μια τέτοια κίνηση αποτελεί και έμμεση παραδοχή ότι ο κλάδος εισέρχεται σε μια περίοδο χαμηλότερης ανάπτυξης.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι μόνο αν θα προχωρήσει η συμφωνία, αλλά και τι σηματοδοτεί. Αν ολοκληρωθεί, θα δημιουργήσει έναν από τους ισχυρότερους ομίλους ποτών παγκοσμίως. Πάνω απ’ όλα όμως, θα επιβεβαιώσει ότι ακόμη και οι πιο εδραιωμένοι κλάδοι δεν μένουν ανεπηρέαστοι όταν αλλάζουν οι συνήθειες των καταναλωτών και οι ισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας.