Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξήρε το οικονομικό του πρόγραμμα στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, δηλώνοντας ότι είχε επιτύχει μια «ιστορική ανατροπή» κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της δεύτερης θητείας του στο Λευκό Οίκο. «Ο πληθωρισμός μειώνεται, τα εισοδήματα αυξάνονται γρήγορα, η οικονομία ακμάζει όπως ποτέ άλλοτε», τόνισε ο Τραμπ, υπό τα χειροκροτήματα των Ρεπουμπλικάνων του Κογκρέσου.
Ωστόσο, γιόρτασε την επιτυχία του χωρίς να κάνει σημαντικές ανακοινώσεις ή να σκιαγραφήσει οποιαδήποτε αλλαγή πορείας απέναντι στη δυσαρέσκεια που εκφράζουν οι πολίτες στις δημοσκοπήσεις, δήλωσαν Αμερικανοί δημοσιογράφοι μετά το τέλος της ομιλίας του. «Για παράδειγμα, ο πρόεδρος δεν είπε τίποτα για το τεράστιο δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα, που μπορεί να απειλήσουν με εκτροχιασμό την οικονομία». Είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του κολοσσιαίου χρέους, που ξεπερνά πλέον τα 38 τρισεκατομμύρια δολάρια, καταγράφοντας ιστορικό υψηλό. Η Scope προβλέπει ότι ο δείκτης δημοσίου χρέους των ΗΠΑ θα αυξηθεί στο 140% του ΑΕΠ έως το 2030. Μεταξύ των βιομηχανικών χωρών, οι ΗΠΑ θα είναι τότε η δεύτερη πιο χρεωμένη χώρα μετά την Ιαπωνία.
Το βουνό του χρέους είναι ασφυκτικό για τον Τραμπ, όχι μόνο μακροπρόθεσμα. Το ένα τέταρτο όλων των δημόσιων δαπανών χρηματοδοτείται από δανεισμό. Από την 1η Μαρτίου και για τους επόμενους 12 μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα αποπληρωμής και αναχρηματοδότησης ομολόγων του δημοσίου, ύψους 9,6 τρισεκατομμυρίων ευρώ. «Η αγορά κρατικών ομολόγων είναι η καθοριστική αδυναμία των ΗΠΑ», λέει ο Γιώργος Σαραβέλος, επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank.
Στις 17 και 19 Φεβρουαρίου, οι ΗΠΑ τοποθέτησαν 325 δισεκατομμύρια δολάρια και 315 δισεκατομμύρια δολάρια αντίστοιχα, σε κρατικά ομόλογα. Οι θεσμικοί επενδυτές θα έπρεπε δηλαδή να χρηματοδοτήσουν περίπου 640 δισεκατομμύρια δολάρια σε ρευστότητα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η δυνατότητα repos της Fed της Νέας Υόρκης άνοιξε ξανά για να χρηματοδοτήσει ομόλογα ύψους 30,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις 18 Φεβρουαρίου, μετά από έξι εβδομάδες δημοπρασιών με μηδενικές προσφορές.
Πρακτικά, οι παράγοντες του υπουργείου Οικονομικών μπορούν να αναπνεύσουν μέχρι τις 30 Μαρτίου. Από εκείνη την ημέρα και μέχρι τις 5 Απριλίου, οι εκδόσεις ομολόγων θα αυξηθούν περαιτέρω, με 415 δισεκατομμύρια ευρώ στις 31 Μαρτίου και 256 δισεκατομμύρια ευρώ στις 2 Απριλίου. Συνολικά 671 δισεκατομμύρια ευρώ. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μεταξύ 27 Απριλίου και 3 Μαΐου, προστίθενται νέοι πονοκέφαλοι: Στις 28 Απριλίου, 200 δισεκατομμύρια δολάρια και στις 30 του ίδιου μήνα, περίπου 508 δισεκατομμύρια δολάρια, ο μεγαλύτερος μεμονωμένος διακανονισμός σε αυτούς τους τρεις μήνες υπερκινητικότητας και κινδύνου.
Το πρόβλημα αποπληρωμής του χρέους σε καιρό ειρήνης που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ είναι άνευ προηγουμένου, καθώς μεταξύ 2026 και 2028, θα χρειαστεί η αναχρηματοδότηση ομολόγων, ύψους περίπου 14 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Την ίδια ώρα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε κατά 17,3 δισεκατομμύρια δολάρια τον περασμένο Δεκέμβριο, φτάνοντας συνολικά τα 70,3 δισεκατομμύρια δολάρια, το υψηλότερο από τον Ιούλιο του 2025. Σε ετήσια βάση, το εμπορικό έλλειμμα έφτασε στα 901,5 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2025, το τρίτο μεγαλύτερο από τη δεκαετία του 1960. Οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 5 δισεκατομμύρια δολάρια τον περασμένο μήνα στα 287,3 δισεκατομμύρια δολάρια, το χαμηλότερο ποσοστό από τον Αύγουστο, αλλά οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 12,3 δισεκατομμύρια δολάρια στα 357 δισεκατομμύρια δολάρια, το υψηλότερο από τον περασμένο Μάρτιο.
Την ίδια ώρα, με τον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο να έχει εισέλθει σε νέα φάση κλιμάκωσης, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ είναι ακόμη ένα «πιόνι» στην γεωπολιτική σκακιέρα, για να ασκηθεί πίεση στον Λευκό Οίκο. Η Κίνα, για παράδειγμα, εξακολουθεί να ελέγχει περισσότερα από 680 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα, αλλά η έκθεσή της μειώνεται συνεχώς και ήδη βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδό της από την κρίση της Lehman Brothers το 2008. Η κορύφωση αγοράς αμερικανικών ομολόγων από την Κίνα σημειώθηκε το 2013, όταν έφτασε στα 1,29 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σήμερα, η Κίνα κατέχει μόλις το 7,4% του συνολικού χρέους των ΗΠΑ και είναι πλέον το μισό από αυτό που ήταν στο υψηλότερο σημείο του.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει μειώσει τους φόρους και σκοπεύει να τους αναπληρώσει με τα έσοδα από τους δασμούς. Αν δεν βρει άλλες δασμολογικές «λύσεις», είναι καταδικασμένος να αυξηθεί και το χρέος. Τι μένει να γίνει; Μια πολιτική λιτότητας; Αυτό θα ήταν ανάθεμα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το μεγαλύτερο πλήγμα για τον πρόεδρο. Τι λοιπόν θα ακολουθήσει; Μια επιστροφή στην πολιτική των κανονιοφόρων; Ή μήπως ο πλούτος που κρύβεται κάτω από τους πάγους της Γροιλανδίας;