Η Ευρώπη πλήττεται περισσότερο από άλλες περιοχές του κόσμου από τον πόλεμο κατά του Ιράν στον Κόλπο. Παρά την απόφαση των κρατών-μελών της ΕΕ να μην συμμετάσχουν στον πόλεμο, οι επιπτώσεις στη Γηραιά Ήπειρο είναι ήδη εμφανείς και προμηνύουν δραματικές συνέπειες. Η Ευρώπη, μαζί με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, θα υποστεί τις χειρότερες συνέπειες λόγω της μεγάλης ενεργειακής εξάρτησής της από τον Κόλπο, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ουσιαστικά αυτάρκεις. Στην Ασία, η Κίνα έχει συσσωρεύσει μεγάλα αποθέματα, χρησιμοποιεί πολύ άνθρακα, επικεντρώνεται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αγοράζει άφθονο ρωσικό πετρέλαιο.

«Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα τρίλημμα, που προς το παρόν δεν έχει λύση», αναφέρουν παράγοντες της αγοράς. «Η ενέργεια, ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη είναι τρεις στενά συνδεδεμένες μεταβλητές. Το αυξανόμενο κόστος ενέργειας επηρεάζει ολόκληρη την αλυσίδα των τιμών παραγωγού και καταναλωτή. Ο τρόπος για να περιοριστεί ο πληθωρισμός στην πηγή του θα ήταν η ΕΚΤ να αυξήσει άμεσα το κόστος του χρήματος με άνοδο των επιτοκίων. Αλλά αυτό καταπνίγει επίσης το ΑΕΠ, το οποίο έχει ήδη ισοπεδωθεί κατά μέσο όρο περίπου στο 1% στην ζώνη του ευρώ», εξηγούν οι ίδιες πηγές.

Η ΕΚΤ θα αντιμετωπίσει αυτό το τρίλημμα στη συνεδρίασή της την επόμενη Πέμπτη, και οι νομισματικοί αξιωματούχοι αναμένεται να πιέσουν για αύξηση των επιτοκίων, ειδικά καθώς οι τιμές καταναλωτή αυξάνονταν λιγότερο από 2% πριν από την κρίση. «Για άλλη μια φορά το βάρος της λήψης δύσκολων αποφάσεων πέφτει κυρίως στην ΕΚΤ, η οποία δεν διαθέτει εργαλεία για να επηρεάσει τον ενεργειακό εφοδιασμό της ευρωζώνης και, ως εκ τούτου, τις τιμές», τονίζουν παράγοντες της αγοράς.

Η ΕΚΤ θα πρέπει «να αφήσει τα επιτόκια αμετάβλητα και να τονίσει ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στις τιμές της ενέργειας έχουν προσθέσει περαιτέρω αβεβαιότητα στις προοπτικές της για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό», έγραψε ο Βαλεντίν Μαρίνοφ, επικεφαλής της έρευνας και στρατηγικής για τις αγορές συναλλάγματος της G10 στην Credit Agricole SA. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΚΤ θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν θα έχει τον ίδιο πληθωριστικό αντίκτυπο στην ευρωζώνη με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Κάποιες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ελλάδα, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο καθώς εισέρχονται σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, που λήγει την άνοιξη του 2027.

Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, το ευρώ έχει σημειώσει πτώση, ενώ το δολάριο ΗΠΑ έχει ενισχυθεί. Το ευρώ έναντι του δολαρίου έχει υποχωρήσει από το 1,1824 στο 1,1457, το χαμηλότερο επίπεδο για το κοινό νόμισμα εδώ και επτά μήνες. «Το ευρώ βρισκόταν ήδη υπό πίεση, καθώς οι τιμές του πετρελαίου, που ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι, υπογράμμιζαν τη συνεχιζόμενη ευπάθεια της Ευρώπης: Όταν το κόστος ενέργειας αυξάνεται, το εμπορικό ισοζύγιο επιδεινώνεται και το νόμισμα δέχεται πιέσεις», τονίζουν οι ειδικοί.

Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου πιθανότατα θα αυξήσει τον πληθωρισμό και αυτή η προοπτική προκαλεί σημαντική αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων. Οι αποδόσεις των δεκαετών γερμανικών ομολόγων έχουν αυξηθεί από 2,64% σε 2,96% από την έναρξη του πολέμου. «Η Ευρώπη, που δεν διαθέτει επαρκείς εγχώριους πετρελαϊκούς πόρους, απειλείται περισσότερο από την κρίση του Ιράν από ό,τι οι ΗΠΑ, και τα οικονομικά προβλήματα είναι πιθανό να είναι πιο σοβαρά στην Ευρώπη από ό,τι στις ΗΠΑ. Αυτή η προοπτική αποδυναμώνει επίσης το ευρώ», εξηγούν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.

Το δολάριο, από την άλλη πλευρά, ενισχύεται από τη θέση των ΗΠΑ ως ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο και από τον ρόλο του ως του νομίσματος με το οποίο γίνεται το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. Το δολάριο έχει επίσης κερδίσει έδαφος, καθώς οι φόβοι για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ ωθούν τους επενδυτές να μειώσουν τις προσδοκίες τους για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας φέτος.

Το καθήκον λήψης σημαντικών αποφάσεων πέφτει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία, ωστόσο, είναι ανίκανη να ενεργήσει ως ενιαία οντότητα, ούτε καν διαχειριζόμενη τα αποθέματα πετρελαίου. Αν και υπάρχουν εικασίες, οι αυξανόμενες τιμές έχουν αντικειμενικά αίτια, κυρίως συνέπεια σχετικής έλλειψης εφοδιασμού. Αν συνδυαστούν, τα στρατηγικά αποθέματα της Ευρώπης θα μπορούσαν να φτάσουν σε αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Γερμανία κατέχει τα μεγαλύτερα αποθέματα, ακολουθούμενη από τη Γαλλία, την Πολωνία, την Ισπανία, την Ιταλία και το Βέλγιο. Ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχει διάθεση συνεργασίας και αν η ΕΕ προχωρήσει με άτακτο τρόπο, η παρέμβαση στην αγορά θα παραμείνει μικρή και αναποτελεσματική.

Την ίδια ώρα, η απόφαση του προέδρου Τραμπ να χαλαρώσει για κάποιο διάστημα τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο έχει προκαλέσει έντονη κριτική στην Ευρώπη. «Πιστεύουμε ότι είναι λάθος να χαλαρώσουμε τις κυρώσεις τώρα, για οποιονδήποτε λόγο», δήλωσε ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς. Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, προειδοποίησε ότι η κίνηση αυτή «σίγουρα θα οδηγήσει σε ενίσχυση της θέσης της Ρωσίας». Η Βρετανία κάλεσε «όλους τους εταίρους» να «συνεχίσουν να ασκούν πίεση στη Ρωσία και στο πολεμικό της χαρτοφυλάκιο». Ο αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε ότι η χαλάρωση των κυρώσεων είχε ως στόχο να «αυξήσει την παγκόσμια εμβέλεια των υφιστάμενων αποθεμάτων». Το μέτρο είναι «στενά καθορισμένο» και «βραχυπρόθεσμο».

«Θα συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε την Ουκρανία. Δεν θα αποθαρρυνθούμε ούτε θα αποσπαστούμε από αυτό, λόγω του πολέμου με το Ιράν», δήλωσε ο Καγκελάριος Μερτς. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, υποστήριξε ότι η χαλάρωση των κυρώσεων θα μπορούσε να αποφέρει στη Ρωσία έως και δέκα δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία η Μόσχα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να αγοράσει περισσότερα όπλα. Η κίνηση αυτή «δεν συμβάλλει στην ειρήνη». Ο πρόεδρος του Συμβουλίου της ΕΕ, Αντόνιο Κόστα, χαρακτήρισε την απόφαση του Τραμπ για τις κυρώσεις «πολύ ανησυχητική» και «μονομερή απόφαση» που θέτει σε κίνδυνο την «ευρωπαϊκή ασφάλεια».

Η Ρωσία ζήτησε από την πλευρά της περαιτέρω χαλάρωση των κυρώσεων. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, τόνισε ότι «χωρίς σημαντικές ποσότητες ρωσικού πετρελαίου, η σταθεροποίηση της αγοράς είναι αδύνατη». Η ΕΕ έχει θεσπίσει μια μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική: να εξαλείψει την εξάρτησή της από τους υδρογονάνθρακες. Ωστόσο, απουσιάζει μια μεσοπρόθεσμη πολιτική που θα μειώσει την εξάρτηση από περιοχές υψηλού κινδύνου, ξεκινώντας από τον Περσικό Κόλπο. Ούτε υπάρχει καν βραχυπρόθεσμο σχέδιο ικανό να αντιμετωπίσει καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, προειδοποιούν παράγοντες της αγοράς.

Η Ευρώπη, σε λιγότερο από πέντε χρόνια, έχει υποστεί τρεις ενεργειακές κρίσεις: αυτή που προκλήθηκε από την πανδημία, αυτή που ξέσπασε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η τελευταία, η ιρανική κρίση, η οποία κινδυνεύει να είναι η χειρότερη. Τι άλλο περιμένει η Ευρώπη για να κινηθεί από κοινού και να εξοπλιστεί με μια κοινή στρατηγική; Δυστυχώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελείται από ένα σύνολο τεχνοκρατών με έδρα τις Βρυξέλλες, οι οποίοι δεν έχουν ιδέα τι πραγματικά συμβαίνει στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.