Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι δεν θα επιτεθεί στη Γροιλανδία ούτε θα επιβάλει δασμούς σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες. Αντίθετα, κατέληξε σε μια «συμφωνία με την οποία όλοι είναι πολύ ευχαριστημένοι… Είναι μια συμφωνία για την αιωνιότητα», όπως δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Truth Social. Τι προκάλεσε αυτή την αλλαγή στάσης; Ή μήπως η προηγούμενη σκληρή αντιπαράθεση για τη Γροιλανδία ήταν απλώς μια εφαρμογή της γραμμής TACO – Trump Always Chickens Out; Δηλαδή, ο Τραμπ πάντα διστάζει όταν τα πράγματα γίνονται πολύ επικίνδυνα για τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Όπως συνέβη και μετά τους κλυδωνισμούς στις αγορές, όταν ανακοίνωσε για πρώτη φορά τους δασμούς τον περασμένο Απρίλιο.

«Αυτή τη φορά ήταν ένας αξιοσημείωτος συνδυασμός: αντίδραση των αγορών, μια στοιχειώδης ευρωπαϊκή αντίσταση και τα θλιβερά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις για τον Τραμπ, που ανάγκασαν τον Αμερικανό πρόεδρο να κάνει πίσω, έστω και προσωρινά», αναφέρουν Ευρωπαίοι διπλωμάτες στη Ναυτεμπορική. Οι κινήσεις του προέδρου Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία είχαν οδηγήσει σε σημαντική ένταση μεταξύ των στενότερων συμβούλων του. Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο πίεζαν τον Τραμπ για μια διπλωματική λύση, ενώ ο Αναπληρωτής Αρχηγός του Επιτελείου Στίβεν Μίλερ πίεζε για προσάρτηση της Γροιλανδίας, ακόμη και με στρατιωτική βία, σύμφωνα με πηγές του Λευκού Οίκου που επικαλείται η ιστοσελίδα Axios.

Η ιδέα της χρήσης δασμών ως μοχλού πίεσης προς την Ευρώπη προήλθε επίσης από τον Υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ. Τον πιο καθοριστικό ρόλο στη στροφή του Τραμπ έπαιξαν οι αγορές, σύμφωνα με Αμερικανούς ειδικούς. Η προοπτική ενός νέου εμπορικού πολέμου μετά την ανακοίνωση για δασμούς στις ευρωπαϊκές χώρες βύθισε τη Wall Street, μέχρι να ανακάμψει τελικά μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας. Τα «ασφαλή» περιουσιακά στοιχεία, όπως ο χρυσός και το ασήμι, έφτασαν σε ιστορικά υψηλά, ενώ ξεκίνησε και ένα κίνημα «Πουλήστε Αμερική», με την πώληση ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου στην Ευρώπη να αυξάνει τις αποδόσεις τους και το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ.

«Δεν ήταν μόνο η δύναμη των αγορών που έχει αποτρέψει τον Τραμπ αυτή τη φορά», λένε παράγοντες της αγοράς. «Σε αντίθεση με τη συνθηκολόγηση της ΕΕ το περασμένο καλοκαίρι στην δασμολογική πολιτική του Τραμπ, η Ευρώπη φάνηκε να εξαπολύει τώρα αντεπίθεση στους νέους δασμούς. Απείλησε ακόμη και με το λεγόμενο εμπορικό «μπαζούκα» – τον Νόμο κατά του Εξαναγκασμού (ACI). Ο νόμος αυτός, που υιοθετήθηκε κατ' αρχήν ενάντια στην Κίνα, επιβάλλει φραγμούς στην πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ και μπορεί να επηρεάσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις ή τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Τα αντίποινα αυτά θα οδηγούσαν σε αύξηση των τιμών στις ΗΠΑ – και έτσι θα έθεταν σε περαιτέρω κίνδυνο την υποστήριξη του Τραμπ. Η έγκριση των οικονομικών πολιτικών του Αμερικανού προέδρου έχει καταρρεύσει σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, κάτι στο οποίο ο Τραμπ δεν έχει μέχρι στιγμής δώσει μια πειστική απάντηση. Μια έκθεση της Deutsche Bank έδειχνε πόσο σοβαρές θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειες για την αμερικανική οικονομία. Παρά την στρατιωτική και οικονομική τους ισχύ, οι ΗΠΑ έχουν «μία βασική αδυναμία»: έχουν μεγάλη εξάρτηση από άλλους για να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους μέσω μεγάλων εξωτερικών ελλειμμάτων. Η Ευρώπη είναι ο μεγαλύτερος πιστωτής των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα κράτη μέλη της ΕΕ και η Βρετανία μαζί κατέχουν αμερικανικά ομόλογα και μετοχές αξίας οκτώ έως 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων – σχεδόν διπλάσια ποσότητα από ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος μαζί. «Σε ένα περιβάλλον όπου η γεωοικονομική σταθερότητα της Δυτικής συμμαχίας κλονίζεται ριζικά, δεν είναι σαφές γιατί οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να παραμείνουν πρόθυμοι να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο», αναφέρει η έκθεση της Deutsche Bank.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, προφανώς «δεν διασκέδασε» με όλα αυτά. «Για τον υπουργό Οικονομικών, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα πιο τρομακτικό από την αύξηση των αποδόσεων στις αγορές ομολόγων. Όσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο που προσφέρει ο Μπέσεντ στους επενδυτές, τόσο πιο ακριβό γίνεται για την κυβέρνηση των ΗΠΑ να συνεχίσει να δανείζεται», λένε παράγοντες της αγοράς. Από το Νταβός, ο Μπέσεντ αποκάλυψε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Deutsche Bank, Κρίστιαν Σέβινγκ, για να δει πόσο μεγάλη θα ήταν η ζημιά. «Επειδή η Ευρώπη εξακολουθεί να επενδύει σε μεγάλο βαθμό στο δολάριο, οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών θα μπορούσαν να ενθαρρύνουν μια περαιτέρω μετατόπιση από το δολάριο».

Η «ώρα της ανάγκης» για τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει φτάσει. Με χρέος 38,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, που αυξήθηκε περαιτέρω κατά το πρώτο έτος της προεδρίας Τραμπ, και εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα 280 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως και με την ΕΕ 198 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η Ουάσιγκτον αναγκάζεται να ρίξει νερό στο κρασί της, έστω και μέχρι νεωτέρας.