Η απόδοση των δεκαετών αμερικανικών κρατικών ομολόγων είναι ίσως ο πιο σημαντικός δείκτης παγκοσμίως και τις τελευταίες εβδομάδες παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις. Ακόμη και οι μικρές μεταβολές, όπως τα εκατοστά της ποσοστιαίας μονάδας, έχουν μεγάλη σημασία, καθώς το κόστος δανεισμού του αμερικανικού Δημοσίου επηρεάζει τα πάντα, από τα στεγαστικά δάνεια έως τα εταιρικά ομόλογα. Στις 27 Φεβρουαρίου, λίγο πριν από την έναρξη του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν, η απόδοση ήταν κάτω από το 4%, αλλά μέχρι τις 27 Μαρτίου ξεπέρασε το 4,4% και στη συνέχεια υποχώρησε ξανά. Για πολλούς Αμερικανούς, η διαφορά ανάμεσα στο 4% και το 4,4% μπορεί να καθορίσει αν θα μπορέσουν να αποκτήσουν κατοικία ή όχι.

Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τον Economist, το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων αυξάνεται σχεδόν παντού. Στις 23 Μαρτίου, η απόδοση των δεκαετών ομολόγων της Βρετανίας ξεπέρασε το 5,1%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2008. Στη Γερμανία, η απόδοση έφτασε το 3,1%, επίπεδο που είχε να εμφανιστεί από την κρίση χρέους της ευρωζώνης, ενώ στην Ιαπωνία άγγιξε το 2,4% για πρώτη φορά από το 1997. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι αποδόσεις αυξήθηκαν μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν και στη συνέχεια υποχώρησαν τις τελευταίες ημέρες.

Οι πιο αισιόδοξοι πιστεύουν ότι η πρόσφατη αποκλιμάκωση των αποδόσεων οφείλεται στην προσδοκία ότι οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή θα λήξουν σύντομα, επιτρέποντας την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Πράγματι, η πτώση των αποδόσεων συνέπεσε με τις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος φαίνεται ολοένα και πιο πρόθυμος να τερματίσει τον πόλεμο, εναλλάσσοντας απειλές για «ολοκληρωτική καταστροφή» ιρανικών υποδομών με δηλώσεις περί προόδου στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Αν αναζητείται διέξοδος, τότε αυξάνονται και οι πιθανότητες χαμηλότερου ενεργειακού κόστους και μικρότερης πίεσης στους κρατικούς προϋπολογισμούς — παράγοντες που τείνουν να συμπιέζουν τις αποδόσεις.

Ωστόσο, οι επενδυτές στις αγορές ομολόγων σπάνια διακρίνονται για την αισιοδοξία τους. Η δουλειά τους απαιτεί να εξετάζουν πόσο άσχημα μπορεί να εξελιχθεί μια κατάσταση. Στην περίπτωση του πολέμου με το Ιράν, αυτό μεταφράζεται στον φόβο του στασιμοπληθωρισμού: ενός συνδυασμού οικονομικής στασιμότητας και υψηλού πληθωρισμού. Οι αποδόσεις κινούνται απότομα προς τα πάνω και προς τα κάτω, καθώς αυτές οι δύο απειλές τις επηρεάζουν με αντίθετο τρόπο. Όταν οι επενδυτές θεωρούν ότι ο πληθωρισμός θα ενταθεί, απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις, ενώ όταν εκτιμούν ότι η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνεται, αποδέχονται χαμηλότερες αποδόσεις.

Γενικά, οι χώρες που πλήττονται περισσότερο από τις πληθωριστικές πιέσεις λόγω της διαταραχής στα Στενά του Ορμούζ είναι αυτές που βλέπουν τις αποδόσεις τους να αυξάνονται περισσότερο. Ο ΟΟΣΑ δημοσιεύει τακτικά προβλέψεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό των μελών του. Συγκρίνοντας τις εκτιμήσεις του Δεκεμβρίου με αυτές του Μαρτίου, προκύπτει σαφής εικόνα των επιπτώσεων του πολέμου. Η μεγαλύτερη αναθεώρηση καταγράφηκε στη Βρετανία, όπου ο ΟΟΣΑ αύξησε την πρόβλεψη πληθωρισμού κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες για την περίοδο 2026–2027. Αντίστοιχα, η απόδοση των δεκαετών βρετανικών ομολόγων έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 0,4% από την αρχή του έτους — η μεγαλύτερη άνοδος μεταξύ των μεγάλων οικονομιών της G7.

Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στην Ινδία, η οποία, αν και δεν ανήκει ακόμη στη G7, είναι επίσης καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Αντίθετα, στον Καναδά, όπου η αύξηση της πρόβλεψης πληθωρισμού ήταν μόλις 0,3%, οι αποδόσεις παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες. Σε σύγκριση με τον πληθωρισμό, οι αναθεωρήσεις των προβλέψεων για την ανάπτυξη ήταν ήπιες, αλλά αυτές δημοσιεύθηκαν στις 26 Μαρτίου και έκτοτε η απαισιοδοξία στις αγορές ομολόγων έχει ενισχυθεί.

Στην αρχή του πολέμου, οι επενδυτές θεωρούσαν πιθανό ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα σταματούσε τις μειώσεις επιτοκίων ή ακόμη και θα προχωρούσε σε αυξήσεις για να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Πλέον, τα στοιχήματα στρέφονται ξανά προς το ενδεχόμενο νέων μειώσεων. Θεωρητικά, οι κεντρικές τράπεζες θα έπρεπε να «αγνοούν» τις αυξήσεις τιμών που προκύπτουν από διαταραχές στην προσφορά, όπως η τρέχουσα ενεργειακή κρίση, καθώς η αυστηρότερη νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αποκαταστήσει την προσφορά. Ωστόσο, η χαλάρωση της πολιτικής εν μέσω πληθωριστικής έξαρσης ενέχει τον κίνδυνο να την ενισχύσει — ένα ρίσκο που δικαιολογείται μόνο αν η οικονομία χρειάζεται άμεση στήριξη.

Όσο περισσότερο διαρκεί η διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ, τόσο εντείνονται οι ανησυχίες. Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ βασίζονται στην υπόθεση ότι οι ενεργειακές πιέσεις θα αρχίσουν να υποχωρούν εντός εβδομάδων και ότι οι επιπτώσεις το 2027 θα είναι περιορισμένες. Ωστόσο, μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να μειώσει το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 0,5% το επόμενο έτος και να αυξήσει τον πληθωρισμό κατά 0,9%. Αν αυτό το σενάριο επιβεβαιωθεί, οι αγορές ομολόγων θα συνεχίσουν να κινούνται μεταξύ δύο αντικρουόμενων εκτιμήσεων για αρκετό ακόμη διάστημα.