Ο ενεργειακός πόλεμος στον Κόλπο απειλεί να γίνει ο χειρότερος εφιάλτης της Ευρώπης, η οποία κινδυνεύει να υποστεί πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στον ενεργειακό και δημοσιονομικό τομέα σε σχέση με τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Τα τελευταία δύο χρόνια, η Ευρώπη έχει αντικαταστήσει το ρωσικό φυσικό αέριο με αμερικανικό LNG, μετατοπίζοντας την εξάρτησή της από τη μία πηγή στην άλλη, με λιγότερο ευνοϊκά περιθώρια τιμών. Εάν η κρίση στον Κόλπο συνεχιστεί, η Ουάσιγκτον θα γίνει ο κυρίαρχος προμηθευτής ενέργειας για την Ευρώπη, αποκτώντας μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στις Βρυξέλλες.

«Αυτή είναι η λογική πίσω από τη στρατιωτική επιχείρηση στον Κόλπο: οι ΗΠΑ δρουν όχι μόνο ως στρατιωτική δύναμη, αλλά και ως οικονομικός παράγοντας, επανασχεδιάζοντας τις παγκόσμιες ενεργειακές διαδρομές προς όφελός τους», τονίζουν Ευρωπαίοι αναλυτές. «Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει πιο ακριβή και λιγότερο εγγυημένη ενέργεια. Το παράδοξο είναι ότι ο ατλαντικός σύμμαχος γίνεται ο κύριος ωφελημένος μιας κρίσης που η Ευρώπη θα πληρώσει ακριβότερα στον τομέα της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας», προσθέτουν παράγοντες της αγοράς.

Εάν η ενεργειακή κατάσταση πριν από τον πόλεμο του Κόλπου δεν αποκατασταθεί σύντομα, η ΕΕ κινδυνεύει να αυξήσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Φυσικά για την Ελλάδα, ίσως η κρίση αυτή αποτελέσει κάποια ευκαιρία, καθώς γίνεται ενεργειακός κόμβος για το αμερικανικό LNG και τον Κάθετο Διάδρομο μεταφοράς του φυσικού αερίου προς την κεντρική Ευρώπη», σημειώνουν ενεργειακοί αναλυτές. Η ενεργειακή κρίση θα επιταχύνει επίσης τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, που ήδη έχει ανάψει με το θέμα των μικρών Αρθρωτών Πυρηνικών Αντιδραστήρων (SMR).

Βραχυπρόθεσμα, οι επιλογές είναι περιορισμένες: LNG από διαφοροποιημένες πηγές, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά μόνο όπου είναι ήδη ανταγωνιστικές. Η πραγματική αλλαγή παραδείγματος θα ήταν ένα ευρωπαϊκό σχέδιο ενεργειακής ασφάλειας με την ίδια πολιτική επείγουσας ανάγκης όπως ο επανεξοπλισμός της ΕΕ. Αυτή η κρίση θα μπορούσε να είναι το σοκ που χρειάζεται για να εισαχθεί στην ημερήσια διάταξη», σημειώνουν οι αναλυτές. «Διαφορετικά, θα πρέπει να προετοιμαστούμε για μια περίοδο ακόμη πιο έντονης αναταραχής από αυτήν που βιώνουμε σήμερα.

Ήδη, η Κριστίν Λαγκάρντ κήρυξε συναγερμό μετά τη σύνοδο της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη, δημοσιοποιώντας τους χειρότερους εφιάλτες της: το Brent στα 150 δολάρια το βαρέλι και ο πληθωρισμός κοντά στο 5% τον επόμενο χρόνο. «Όσο και αν η ΕΚΤ άφησε αμετάβλητα τα επιτόκια στο 2% για έκτη συνεχόμενη συνεδρίαση, με τη σύγκρουση στον Κόλπο να εξελίσσεται σε ενεργειακό πόλεμο, σκιαγραφεί ήδη τρία σενάρια: ένα βασικό, ένα δυσμενές και ένα πολύ πιο καταστροφικό», λένε παράγοντες της αγοράς.

Το βασικό σενάριο είναι αυτό που η ΕΚΤ θεωρεί πλέον πιθανότερο, υποθέτοντας μια μέση τιμή πετρελαίου 90 δολαρίων για το Brent κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 και το φυσικό αέριο στα 50 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα. Αυτή η ανάλυση οδηγεί σε έναν μέσο πληθωρισμό στην ευρωζώνη 2,6% το 2026 και 2% το 2027.

Το δυσμενές σενάριο, αν και λιγότερο πιθανό από το πρώτο, προϋποθέτει μια πιο περίπλοκη οικονομική κατάσταση για την ευρωζώνη, καθώς βλέπει την τιμή του Brent να φτάνει σε μια μέση τιμή 119 δολαρίων ανά βαρέλι και του φυσικού αερίου στα 87 ευρώ ανά MW/h. Σε αυτό το σενάριο, η ΕΚΤ αναμένει ότι ο πληθωρισμός θα αυξηθεί σε μέσο ρυθμό 3,5% το 2026, 0,9 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το βασικό σενάριο και 1,5 ποσοστιαία μονάδα πάνω από τον στόχο της ΕΚΤ.

Το τρίτο σενάριο είναι ο χειρότερος εφιάλτης για την ΕΚΤ, καθώς προβλέπει μια οικονομία που θα πληγεί από τις τιμές του πετρελαίου κατά μέσο όρο στα 145 δολάρια το βαρέλι, λόγω της επιδείνωσης του πολέμου στον Κόλπο. Σε αυτή την περίπτωση, ο πληθωρισμός θα κινηθεί με μέσο ρυθμό 4,4% το 2026, πολύ πάνω από τον στόχο της ΕΚΤ, και θα συνεχίσει να αυξάνεται το 2027, φτάνοντας στο 4,8% την επόμενη χρονιά, πράγμα που θα σήμαινε μια πλήρη και παρατεταμένη πληθωριστική κρίση.

Εάν υλοποιηθεί οποιοδήποτε από τα τρία σενάρια που σκιαγραφεί η ΕΚΤ, φαίνεται αναπόφευκτο ότι θα πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια τους επόμενους μήνες, και μάλιστα σημαντικά. «Μέχρι να ξεκινήσει η σύγκρουση στον Κόλπο, οι αγορές προέβλεπαν ότι η κεντρική τράπεζα θα διατηρούσε σαφή σταθερότητα με τα επιτόκια, χωρίς καμία αλλαγή, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 2028. Ωστόσο, τα τρέχοντα γεωπολιτικά γεγονότα έχουν διαταράξει τα πάντα και οι επενδυτές ήδη υποθέτουν ότι μέχρι το τέλος του έτους, η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια τρεις φορές, κατά 25 μονάδες βάσης τη φορά», λένε παράγοντες της αγοράς.

Εκτιμούν μάλιστα ότι η πρώτη αύξηση αναμένεται στην επόμενη συνεδρίαση τον Απρίλιο, ενώ η δεύτερη στη συνεδρίαση του Ιουλίου και η τρίτη μεταξύ Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου. Αυτό προϋποθέτει ότι το σενάριο που θα εξελιχθεί θα είναι το λιγότερο αρνητικό για την ευρωπαϊκή οικονομία. Εάν υλοποιηθεί το δυσμενές ή το χειρότερο σενάριο, οι αυξήσεις των επιτοκίων πιθανότατα θα είναι πολύ πιο επιθετικές. Σε αυτή την περίπτωση, αναπόφευκτα θα προκύψει η πιθανότητα στασιμοπληθωρισμού στην ευρωπαϊκή οικονομία, με υψηλό πληθωρισμό και στασιμότητα στην ανάπτυξη.