Η Ελλάδα καταλαμβάνει ξεχωριστή θέση στην ετήσια έκθεση της HSBC για τις παγκόσμιες αναδυόμενες αγορές, με τον βρετανικό οίκο να τη συμπεριλαμβάνει στο αφήγημα μιας ευρύτερης «αναγέννησης» των EM. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι, μετά το εντυπωσιακό 2025, το επενδυτικό story εισέρχεται σε πιο απαιτητική φάση.
Στο ειδικό κεφάλαιο για την Ελλάδα, η HSBC επισημαίνει ότι η οικονομία συνέχισε να εμφανίζει ισχυρή δυναμική το τρίτο τρίμηνο, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση, κυρίως λόγω της εγχώριας ζήτησης. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 0,7%, ενώ οι επενδύσεις ενισχύθηκαν κατά 3,5%, μετά το άλμα 8,7% του δεύτερου τριμήνου. Συνολικά, οι επενδύσεις βρίσκονται πλέον 87% υψηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα, κάτι που η HSBC θεωρεί θετικό για τη μεσοπρόθεσμη πορεία της οικονομίας.
Παρά τη βελτίωση στην απασχόληση, με την ανεργία στο 8,6%, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, ο οίκος καταγράφει επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Νοέμβριο. Ο συνδυασμός επίμονου πληθωρισμού υπηρεσιών (2,9%) διαβρώνει τα πραγματικά εισοδήματα, παρά τη θετική εικόνα στην αγορά εργασίας.
Η HSBC αναγνωρίζει ότι ο τουρισμός παραμένει βασικός πυλώνας, με τις αφίξεις ξένων επισκεπτών αυξημένες κατά 4% και τα έσοδα κατά 8,3% σε ετήσια βάση έως τον Σεπτέμβριο. Δίνει επίσης έμφαση στη διεύρυνση της μεταποίησης, σημειώνοντας ότι ο αριθμός των μεταποιητικών επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 10% μεταξύ 2019 και 2024, με την απασχόληση στον κλάδο να ενισχύεται κατά 18% και τη μεταποίηση να αντιστοιχεί πλέον σε σχεδόν 14% του ΑΕΠ.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Ταμείο Ανάκαμψης, καθώς η Ελλάδα έχει λάβει 23,4 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 65% της συνολικής εθνικής κατανομής των 36 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η HSBC υπογραμμίζει ότι η πραγματική απορρόφηση στην οικονομία παραμένει χαμηλότερη, καθώς μόλις 5,1 δισ. ευρώ επιχορηγήσεων και 4,7 δισ. ευρώ δανείων έχουν φτάσει σε τελικούς φορείς υλοποίησης. Ο οίκος εκτιμά ότι η επιτάχυνση της εφαρμογής θα στηρίξει την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
Η HSBC προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,0% το 2025, 2,1% το 2026 και 2,0% το 2027, εκτιμώντας ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει τη διαδικασία σύγκλισης που ξεκίνησε το 2018, με το πραγματικό ΑΕΠ να επιστρέφει το 2027 κοντά στα επίπεδα του 2010. Παρά τα επεκτατικά μέτρα ύψους 1,1 δισ. ευρώ το 2025, το ταμειακό πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό (12,4 δισ. ευρώ τον Οκτώβριο), ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά το πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,4% του ΑΕΠ για το 2025.
Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών λειτουργεί ως «ταχύμετρο» για την ανάπτυξη, λόγω της εξάρτησης από ενεργειακές εισαγωγές και του επενδυτικού κενού. Σε αυτό το πλαίσιο, δίνεται έμφαση στα σχέδια ενεργειακής αναβάθμισης και στον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακής πύλης για τη ΝΑ Ευρώπη, με αναφορές στο LNG Αλεξανδρούπολης και στις νέες υπεράκτιες έρευνες κοντά στην Κέρκυρα.
Σε επίπεδο αγορών, η HSBC σημειώνει ότι οι ελληνικές μετοχές κατέγραψαν άνοδο 75% το 2025, μία από τις υψηλότερες διεθνώς. Ωστόσο, ο οίκος έχει υποβαθμίσει τη σύσταση σε underweight, εκτιμώντας ότι μεγάλο μέρος των θετικών καταλυτών έχει ήδη αποτιμηθεί. Παράλληλα, η πιθανή αναβάθμιση από τον MSCI θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αρνητικός καταλύτης.
Η έκθεση εντάσσει την Ελλάδα στο πιο πειθαρχημένο σκέλος των αναδυόμενων αγορών, όπου η δημοσιονομική αξιοπιστία, η ήπια νομισματική στάση και η σταθερή ανάπτυξη δημιουργούν ένα περιβάλλον «goldilocks». Ωστόσο, η HSBC προειδοποιεί ότι, όπως και στο σύνολο των EM, ο πήχης των προσδοκιών είναι πλέον υψηλός και ο χώρος για αρνητικές εκπλήξεις περιορισμένος.
Για την HSBC, η Ελλάδα παραμένει ένα αξιόπιστο μακροοικονομικό story εντός των αναδυόμενων αγορών, με σαφή πρόοδο σε ανάπτυξη, επενδύσεις και δημοσιονομικά. Ωστόσο, μετά το ράλι του 2025, το επενδυτικό αφήγημα μετατοπίζεται από την ευφορία στη διαχείριση προσδοκιών, με την υλοποίηση των επενδύσεων και τον εξωτερικό τομέα να αποτελούν τα βασικά τεστ της επόμενης φάσης.