Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε πολύ ισχυρότερη θέση σήμερα, τονίζει η Κλαούντια Μπουχ, Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνέντευξή της στη Ναυτεμπορική και στον Μιχάλη Ψύλο. Η κ. Μπουχ βρίσκεται σήμερα στην Αθήνα, στην τρίτη της επίσκεψη στην Ελλάδα με την ιδιότητα της Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ τα τελευταία δύο χρόνια. Σημειώνει μάλιστα ότι έχουν αλλάξει πολλά σε ό,τι αφορά το παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό από την πρώτη της επίσκεψη στις αρχές του 2024.
«Ορισμένα στοιχεία της παγκόσμιας τάξης που κάποτε τα θεωρούσαμε δεδομένα πλέον τίθενται υπό αμφισβήτηση και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι έχουν σαφώς ενταθεί. Αυτό θα επηρεάσει τις τράπεζες, αν και οι αρνητικές συνέπειες πιθανόν να γίνουν αντιληπτές μόνο με την πάροδο του χρόνου», τονίζει η Κλαούντια Μπουχ.
Η Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ χαρακτηρίζει ως «πολύ καλή» τη συνεργασία της με την Τράπεζα της Ελλάδος και προσθέτει: «Η δυναμική της ανάπτυξης στην Ελλάδα είναι πιο ισχυρή από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ και αυτό είναι καλό νέο. Όπως συζητήθηκε επίσης σε πρόσφατο άρθρο στο ιστολόγιο της ΕΚΤ, η περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας των θεσμών, η ενίσχυση της παραγωγικότητας και η διατήρηση συνετής κατεύθυνσης της δημοσιονομικής πολιτικής μπορούν να βοηθήσουν να συνεχιστεί η αναπτυξιακή δυναμική. Αυτό είναι σημαντικό καθώς η οικονομία παραμένει επίσης ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: ήδη διαταράσσει τον τουρισμό, τις θαλάσσιες μεταφορές και τις αερομεταφορές και προκαλεί αύξηση των τιμών της ενέργειας και του κόστους των ασφαλίσεων.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες «πρέπει να παραμένουν σε επαγρύπνηση και να παρακολουθούν τους ευάλωτους τομείς και δανειολήπτες, καθώς η ασθενέστερη ανάπτυξη, οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας, οι υψηλότεροι δασμοί, τα μικρότερα δημοσιονομικά περιθώρια για την απορρόφηση των διαταραχών στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις – όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων», προειδοποιεί η Κλαούντια Μπουχ.
Η συνέντευξη της Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Κλαούντια Μπουχ, στη Ναυτεμπορική και στον Μιχάλη Ψύλο, έχει ως εξής:
«Κυρία Πρόεδρε, σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξή σας στη Ναυτεμπορική, την μοναδική ημερήσια οικονομική εφημερίδα στην Ελλάδα, που εφέτος κλείνει 102 χρόνια συνεχούς κυκλοφορίας. Πριν από έναν χρόνο επισκεφθήκατε την Ελλάδα. Από τότε έχουν αλλάξει πολλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Θεωρείτε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων; Και, αν ναι, τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό για τις ευρωπαϊκές τράπεζες;»
«Κύριε Ψύλο, αυτή είναι η τρίτη μου επίσκεψη στην Ελλάδα με την ιδιότητα της Προέδρου του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και έχουν αλλάξει πολλά από την πρώτη μου επίσκεψη στις αρχές του 2024. Ορισμένα στοιχεία της παγκόσμιας τάξης που κάποτε τα θεωρούσαμε δεδομένα πλέον τίθενται υπό αμφισβήτηση και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι έχουν σαφώς ενταθεί. Αυτό θα επηρεάσει τις τράπεζες, αν και οι αρνητικές συνέπειες πιθανόν να γίνουν αντιληπτές μόνο με την πάροδο του χρόνου. Συνεπώς, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τραπεζών στους γεωπολιτικούς κινδύνους είναι μία από τις προτεραιότητές μας και εμείς παραμένουμε σθεναρά προσηλωμένοι στη διεθνή συνεργασία.»
«Λέξη-κλειδί η ανθεκτικότητα. Η ανθεκτικότητα αφορά τη δυνατότητα αντίδρασης σε διαταραχές, τη δυνατότητα ευέλικτης προσαρμογής και τη δυνατότητα απορρόφησης τυχόν ζημιών. Η βασική δραστηριότητα των τραπεζών είναι η χορήγηση δανείων στην οικονομία και, κατ’ επέκταση, η ανάληψη κινδύνων – αλλά πρέπει να διαθέτουν επαρκή κεφαλαιακή βάση για να το κάνουν αυτό και για να στηρίζουν τους πελάτες τους, ακόμη και σε δύσκολες περιόδους. Το ενισχυμένο κανονιστικό πλαίσιο και η ενισχυμένη εποπτεία αφορούν συγκεκριμένα τη διασφάλιση αυτής της ανθεκτικότητας.»
«Επιπλέον, πρέπει να καταβάλουμε μεγαλύτερη προσπάθεια για τη δημιουργία μιας πραγματικά ενοποιημένης Ενιαίας Αγοράς. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλοί παράγοντες που εμποδίζουν την ενοποίηση, οι οποίοι δεν επιτρέπουν στις ευρωπαϊκές τράπεζες να κλιμακώσουν τις δραστηριότητές τους και να αποκομίσουν τα οφέλη του ψηφιακού μετασχηματισμού. Οι αγορές που είναι καλύτερα ενοποιημένες μπορούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και τη σταθερότητα των τραπεζών μέσω της διαφοροποίησης.»
«Ναι. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη εναρμόνιση των εθνικών κανόνων για να ενισχύσουμε την Ενιαία Αγορά – και να απλουστεύσουμε το κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο. Η ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων έχει να κάνει ακριβώς με αυτό. Πολλοί σχετικοί κανόνες – όπως το νομοθετικό πλαίσιο για την αφερεγγυότητα, οι κανόνες για την εταιρική διακυβέρνηση και οι κανόνες που διέπουν την αγορά στεγαστικών δανείων – διαφέρουν μεταξύ των χωρών. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τραπεζική ένωση δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Εξακολουθεί να λείπει το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων, το οποίο είναι σημαντικό εμπόδιο για τη μεγαλύτερη ενοποίηση των τραπεζικών αγορών. Οι καταθέτες πρέπει να έχουν το ίδιο επίπεδο προστασίας, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται.»
«Οι τράπεζες χρειάζονται άρτια υποδείγματα για τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων. Πρέπει να αναπτύξουν σενάρια για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι επηρεάζουν τα επιχειρηματικά μοντέλα και την κεφαλαιακή βάση τους. Αυτό ακριβώς αποτελεί το αντικείμενο των εργασιών μας. Πέρυσι, στο πλαίσιο της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ ζητήθηκε από τις τράπεζες να δείξουν πώς θα αντιδρούσαν σε ένα κοινό δυσμενές σενάριο. Αυτό που προέκυψε ήταν ότι, συνολικά, ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας είναι κερδοφόρος και διαθέτει κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας για να απορροφήσει υψηλότερες ζημίες σε ένα δυσμενές σενάριο γεωπολιτικών κινδύνων.»
«Κύριε Ψύλο, δεν θα ήθελα να προβώ σε εικασίες σχετικά με μελλοντικές μεταβολές των επιτοκίων. Θεωρώ ότι το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις τράπεζες της ζώνης του ευρώ έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια – από περίπου 8% του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων το 2014 σε περίπου 2% στα τέλη του 2025. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Η ασθενέστερη ανάπτυξη, οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας, οι υψηλότεροι δασμοί, τα μικρότερα δημοσιονομικά περιθώρια για την απορρόφηση των διαταραχών στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις – όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Κατά συνέπεια, οι τράπεζες πρέπει να παραμένουν σε επαγρύπνηση και να παρακολουθούν τους ευάλωτους τομείς και δανειολήπτες.»
«Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε πολύ ισχυρότερη θέση σήμερα από ό,τι πριν από μια δεκαετία. Αυτό αντανακλά τις συνεχείς προσπάθειες των τραπεζών, των εποπτικών αρχών και των δημόσιων αρχών. Η ανθεκτικότητα των τραπεζών έχει βελτιωθεί σημαντικά: η κερδοφορία έχει αυξηθεί, οι κεφαλαιακές θέσεις έχουν ενισχυθεί και η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού έχει βελτιωθεί. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν από 42% το 2015 σε κάτω του 3% σήμερα. Πρόκειται για σημαντικό επίτευγμα, το οποίο υποστηρίχθηκε από το Ελληνικό Πρόγραμμα Προστασίας Περιουσιακών Στοιχείων. Ταυτόχρονα, απαιτείται περαιτέρω πρόοδος. Το πρόγραμμα έχει λήξει· τα περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια βρίσκονται πλέον εκτός του τραπεζικού τομέα. Οι τράπεζες παραμένουν εκτεθειμένες σε τομείς που είναι ευαίσθητοι σε γεωπολιτικούς κινδύνους και δανειολήπτες που μπορεί να δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στο υψηλότερο κόστος. Είναι αναγκαίο να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την ενίσχυση της ποιότητας του κεφαλαίου και τον περιορισμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων.»
«Σε πιο γενικές γραμμές, η δυναμική της ανάπτυξης στην Ελλάδα είναι πιο ισχυρή από τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ και αυτό είναι καλό νέο. Όπως συζητήθηκε επίσης σε πρόσφατο άρθρο στο ιστολόγιο της ΕΚΤ, η περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας των θεσμών, η ενίσχυση της παραγωγικότητας και η διατήρηση συνετής κατεύθυνσης της δημοσιονομικής πολιτικής μπορούν να βοηθήσουν να συνεχιστεί η αναπτυξιακή δυναμική. Αυτό είναι σημαντικό καθώς η οικονομία παραμένει επίσης ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: ήδη διαταράσσει τον τουρισμό, τις θαλάσσιες μεταφορές και τις αερομεταφορές και προκαλεί αύξηση των τιμών της ενέργειας και του κόστους των ασφαλίσεων. Υπάρχει υψηλός βαθμός αβεβαιότητας σχετικά με το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση και ποιες θα είναι οι συνέπειες για τις τράπεζες. Μετά την κρίση του COVID-19, η δημοσιονομική πολιτική έχει απορροφήσει διάφορες διαταραχές, αυτή όμως η δυνατότητά της μπορεί να περιοριστεί στο μέλλον. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να διατηρήσουμε ισχυρές, ανθεκτικές τράπεζες με επαρκή κεφαλαιακή βάση.»
«Κυρία Πρόεδρε σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξή σας στη Ναυτεμπορική. Καλή και εποικοδομητική η επίσκεψή σας στην Αθήνα.»
«Σας ευχαριστώ πολύ.»