Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεκινήσει νέες εμπορικές έρευνες σε 60 χώρες παγκοσμίως, προκειμένου να διαπιστώσουν αν έχουν αποτύχει να περιορίσουν την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Αυτή η κίνηση ενδέχεται να οδηγήσει σε νέους δασμούς και να εντείνει τις εντάσεις στο διεθνές εμπόριο. Οι έρευνες διεξάγονται βάσει του Section 301(b) του Trade Act του 1974 και περιλαμβάνουν χώρες όπως η Κίνα, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ινδία και το Μεξικό, σύμφωνα με ανακοίνωση του Γραφείου του Αμερικανού Εμπορικού Αντιπροσώπου.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, δήλωσε ότι, παρά την παγκόσμια συναίνεση κατά της καταναγκαστικής εργασίας, πολλές κυβερνήσεις δεν έχουν λάβει επαρκή μέτρα για να αποτρέψουν την είσοδο τέτοιων προϊόντων στις αγορές τους. «Οι έρευνες θα εξετάσουν κατά πόσο οι ξένες κυβερνήσεις έχουν λάβει επαρκή μέτρα για να απαγορεύσουν την εισαγωγή αγαθών που παράγονται με καταναγκαστική εργασία και πώς η αποτυχία εξάλειψης αυτών των απαράδεκτων πρακτικών επηρεάζει τους Αμερικανούς εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις», ανέφερε.

Το Section 301 επιτρέπει στην αμερικανική κυβέρνηση να επιβάλλει δασμούς σε χώρες που θεωρεί ότι εφαρμόζουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές χωρίς να απαιτείται νέα έγκριση από το Κογκρέσο. Πρόκειται για το ίδιο εργαλείο που χρησιμοποίησε ο Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του για να επιβάλει δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, ανοίγοντας τότε τον μεγάλο εμπορικό πόλεμο μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.

Οι νέες έρευνες έρχονται μία ημέρα μετά από αντίστοιχη διαδικασία που ξεκίνησε η αμερικανική κυβέρνηση για πλεονάζουσα βιομηχανική παραγωγική ικανότητα σε 16 χώρες, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία, η Ινδονησία και η Μαλαισία.

Αναλυτές θεωρούν ότι οι έρευνες αποτελούν εναλλακτικό εργαλείο για την επιβολή εμπορικών πιέσεων, μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς δασμούς» που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Τραμπ. Μετά την απόφαση αυτή, ο Τραμπ ανακοίνωσε παγκόσμιο δασμό 10% βάσει του Section 122 του ίδιου νόμου, ενώ έχει προειδοποιήσει ότι μπορεί να αυξηθεί ακόμη και στο 15%.

Η πολύ μεγάλη κλίμακα των ερευνών έχει προκαλέσει επιφυλάξεις μεταξύ ειδικών στο διεθνές εμπόριο. Η επικεφαλής εμπορικής πολιτικής του Hinrich Foundation, Ντέμπορα Έλμς, σημείωσε ότι το χρονοδιάγραμμα είναι «μη ρεαλιστικά σύντομο», καθώς οι ακροάσεις έχουν προγραμματιστεί από 28 Απριλίου έως 1 Μαΐου, παρά το γεγονός ότι στο μικροσκόπιο βρίσκονται δεκάδες χώρες.

Ειδικοί προειδοποιούν ότι η διεύρυνση των ερευνών μπορεί να προκαλέσει δυσαρέσκεια σε συμμάχους των ΗΠΑ και να υπονομεύσει την προσπάθεια οικοδόμησης κοινού μετώπου απέναντι στην υπερπαραγωγή της Κίνας σε βασικούς βιομηχανικούς κλάδους. «Με την ένταξη περισσότερων από δώδεκα χωρών στις έρευνες για πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, οι εταίροι των ΗΠΑ δεν θα έχουν ιδιαίτερη διάθεση να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση του πραγματικού προβλήματος, που είναι η κινεζική υπερπαραγωγή», τόνισε η Κάτλερ.

Οι έρευνες ξεκινούν λίγες ημέρες πριν από συνάντηση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ με τον αντιπρόεδρο της κινεζικής κυβέρνησης Χε Λιφένγκ στο Παρίσι, από τις 14 έως τις 17 Μαρτίου, με στόχο τη συνέχιση των εμπορικών διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, ο ιδρυτής του think tank Center for China and Globalization, Ουάνγκ Χουϊγιάο, προειδοποίησε ότι η έναρξη νέων εμπορικών ερευνών λίγο πριν από τις συνομιλίες «στέλνει λάθος μήνυμα». Παρά την ένταση, αναλυτές εκτιμούν ότι οι δύο πλευρές επιθυμούν να διατηρήσουν την προοπτική της συνάντησης Τραμπ – Σι.