Τα κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης βρίσκονται σε αχαρτογράφητα νερά, με τις αποδόσεις τους να αγγίζουν επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και σχεδόν 15 χρόνια. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η εκτόξευση των τιμών ενέργειας και η επιστροφή του πληθωριστικού φόβου ανατρέπουν ένα από τα βασικά «δόγματα» των αγορών: ότι τα ομόλογα αποτελούν καταφύγιο σε περιόδους κρίσης.

Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την Ευρωζώνη, σκαρφάλωσε έως το 3,077%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2011, πριν υποχωρήσει οριακά στο 3,01%. Αντίστοιχη εικόνα παρατηρείται και στα υπόλοιπα κρατικά ομόλογα: το ιταλικό 10ετές κινείται κοντά στο 3,92%, έχοντας φτάσει νωρίτερα σε επίπεδα άνω του 4%, ενώ το Spread Ιταλίας–Γερμανίας έχει διευρυνθεί αισθητά σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς κυμαίνεται στο 3,85%, έχοντας φτάσει και στο 3,9%.

Πίσω από αυτή την κίνηση βρίσκεται κυρίως η εκτίναξη των τιμών ενέργειας. Το πετρέλαιο έχει ενισχυθεί πάνω από 40% από τις αρχές Μαρτίου, τροφοδοτώντας φόβους για νέο πληθωριστικό κύμα. Οι αγορές πλέον προεξοφλούν τουλάχιστον δύο αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ έως τον Ιούλιο, με υψηλή πιθανότητα και τρίτης κίνησης έως το τέλος του έτους.

Τα τελευταία στοιχεία για την οικονομία της Ευρωζώνης δείχνουν αισθητή επιβράδυνση, με τη δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα να φλερτάρει με τη στασιμότητα. Ο συνδυασμός ασθενής ανάπτυξης και επίμονου πληθωρισμού ξυπνά μνήμες από το σοκ του 2021-2022. Παραδοσιακά, σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, οι επενδυτές στρέφονται στα κρατικά ομόλογα αναζητώντας ασφάλεια. Αυτή τη φορά όμως, το μοτίβο σπάει.

Ο πόλεμος δεν λειτουργεί αποπληθωριστικά, όπως μια χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά πληθωριστικά, μέσω της ενέργειας και των εφοδιαστικών αλυσίδων. Αυτό αναγκάζει τις κεντρικές τράπεζες να διατηρούν ή και να αυξάνουν τα επιτόκια, πιέζοντας τις τιμές των ομολόγων. Το αποτέλεσμα είναι πρωτοφανές: μετοχές και ομόλογα καταγράφουν απώλειες ταυτόχρονα, πλήττοντας το κλασικό χαρτοφυλάκιο 60/40. Η «Αχίλλειος πτέρνα» αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς ένα πληθωριστικό σοκ.

Η εικόνα αυτή δεν είναι ιστορική εξαίρεση. Μελέτες που καλύπτουν τρεις αιώνες δείχνουν ότι σε περιόδους πολέμου, τα κρατικά ομόλογα υφίστανται σημαντικές πραγματικές απώλειες, καθώς οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις δαπάνες και συχνά αφήνουν τον πληθωρισμό να διαβρώσει το χρέος.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι αν και πότε τα ομόλογα μπορούν να ανακτήσουν τον ρόλο τους ως «μαξιλάρι» για τους επενδυτές. «Χωρίς ύφεση, δύσκολα θα έχουμε ανάκαμψη», αναφέρει ανάλυση του Reuters. Μόνο ένα ισχυρό πλήγμα στη ζήτηση θα μπορούσε να περιορίσει τον πληθωρισμό και να επιτρέψει στις κεντρικές τράπεζες να μειώσουν επιτόκια, στηρίζοντας τις τιμές των ομολόγων. Ωστόσο, μία ύφεση θα ήταν εφιαλτικό σενάριο για την παγκόσμια οικονομία.

Οι επενδυτές βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δυσμενές περιβάλλον: υψηλότερα επιτόκια για μεγαλύτερο διάστημα, επίμονο πληθωρισμό και γεωπολιτική αβεβαιότητα. Σε αυτό το νέο τοπίο, ο πόλεμος δεν αποτελεί στήριγμα για τα ομόλογα, αλλά έναν ακόμη παράγοντα πίεσης. Όσο η ενεργειακή κρίση παραμένει, οι αγορές ομολόγων θα συνεχίσουν να κινούνται σε τεντωμένο σχοινί.