Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου αυξάνονται ξανά, εν μέσω έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και αντικρουόμενων μηνυμάτων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν σχετικά με την πιθανότητα τερματισμού της σύγκρουσης που έχει σχεδόν κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους πιο σημαντικούς ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως. Τα διεθνή συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου Brent ενισχύονται κατά 1,75%, φτάνοντας τα 104 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ τα αμερικανικά συμβόλαια West Texas Intermediate καταγράφουν άνοδο 1,68% στα 91,84 δολάρια ανά βαρέλι. Χθες, το Brent είχε υποχωρήσει άνω του 2%, με το West Texas Intermediate να διαπραγματεύεται κοντά στα 92 δολάρια.
Ενώ ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες είναι σε εξέλιξη, η Τεχεράνη απορρίπτει τις αμερικανικές προτάσεις και παρουσιάζει τους δικούς της όρους, οι οποίοι περιλαμβάνουν τον κυρίαρχο έλεγχο της κρίσιμης θαλάσσιας οδού. Σε μηνιαία βάση, οι τιμές κατευθύνονται προς τη μεγαλύτερη άνοδο από το 1990, αντανακλώντας το σοκ προσφοράς που έχει προκαλέσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Η άνοδος των τιμών καταγράφεται καθώς η Ουάσιγκτον επιμένει ότι οι διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη είναι σε εξέλιξη, την ώρα που το Ιράν απορρίπτει κατηγορηματικά την ύπαρξη άμεσων συνομιλιών.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, υποστήριξε ότι οι δύο πλευρές «διαπραγματεύονται αυτή τη στιγμή» και ότι η Τεχεράνη επιθυμεί συμφωνία, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι απέφυγε νέες επιθέσεις σε ιρανικές ενεργειακές υποδομές λόγω αυτής της διαδικασίας. Από την πλευρά του, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, ξεκαθάρισε ότι οι έμμεσες επαφές μέσω διαμεσολαβητών δεν συνιστούν διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, ενώ κρατικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν ότι η Τεχεράνη απορρίπτει αμερικανική πρόταση για κατάπαυση του πυρός, παρουσιάζοντας δικό της πλαίσιο όρων.
Στο μεταξύ, το ιρανικό κοινοβούλιο επεξεργάζεται σχέδιο νόμου που προβλέπει την επιβολή τέλους σε πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, ως αντάλλαγμα για την παροχή ασφάλειας. Το σχέδιο αναμένεται να οριστικοποιηθεί εντός της επόμενης εβδομάδας. Πλοία που επιδιώκουν να περάσουν υπό ιρανική προστασία καλούνται να καταθέσουν λεπτομερή στοιχεία για το πλήρωμα, το φορτίο και το δρομολόγιο, προκειμένου να λάβουν έγκριση από τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Η κρίση έχει οδηγήσει σε δραστικό περιορισμό της ροής πετρελαίου μέσω των Στενών, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς, προκαλώντας απώλειες εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως και εντείνοντας τους φόβους για παγκόσμια ενεργειακή κρίση. Οι τιμές των καυσίμων, από το ντίζελ έως τα αεροπορικά καύσιμα, έχουν εκτοξευθεί, πλήττοντας ιδιαίτερα τις ασιατικές οικονομίες. Αναλυτές και επενδυτές προειδοποιούν ότι οι αγορές ενδέχεται να υποτιμούν τους κινδύνους.
Ο πρόεδρος της BlackRock, Ρομπ Καπίτο, εκτίμησε ότι οι τιμές θα μπορούσαν να φθάσουν ακόμη και τα 150 δολάρια το βαρέλι, ακόμη και σε περίπτωση άμεσης λήξης του πολέμου, λόγω του χρόνου που απαιτείται για την πλήρη αποκατάσταση των εφοδιαστικών αλυσίδων. Στο στρατιωτικό πεδίο, οι ΗΠΑ ενισχύουν την παρουσία τους στην περιοχή, με την αποστολή δύο εκστρατευτικών μονάδων πεζοναυτών — συνολικά περίπου 5.000 στρατιωτών με αεροσκάφη και αποβατικά μέσα — καθώς και περισσότερους από 1.000 άνδρες της 82ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας.
Την ίδια ώρα, ο Λευκός Οίκος συνδυάζει τα διπλωματικά ανοίγματα με απειλές για νέα κύματα επιθέσεων, δηλώνοντας ότι ο πρόεδρος «δεν μπλοφάρει» και είναι έτοιμος για κλιμάκωση. Η σύγκρουση, στην οποία συμμετέχει και το Ισραήλ με επιθέσεις σε στόχους στο Ισφαχάν, επιτείνει την παγκόσμια ανησυχία. Κυβερνήσεις στην Ασία λαμβάνουν ήδη μέτρα έκτακτης ανάγκης: η Ταϊλάνδη αύξησε τις τιμές καυσίμων έως και 22%, οι Φιλιππίνες ανέστειλαν τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ αγρότες σε Ινδία και Κίνα αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος αγροχημικών.
Στις ΗΠΑ, αξιωματούχοι εξετάζουν σενάρια ακραίας ανόδου των τιμών έως και τα 200 δολάρια το βαρέλι, αξιολογώντας τις πιθανές επιπτώσεις στην οικονομία. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε τον επαναπρογραμματισμό της συνόδου κορυφής μεταξύ Τραμπ και του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο για τις 14–15 Μαΐου, σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας για τις σχέσεις των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.
Σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής, αναλυτές εκτιμούν ότι το νέο ενεργειακό σοκ δεν θα οδηγήσει άμεσα τη Federal Reserve σε επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων. Αν και οι αγορές προεξοφλούν αυξημένο πληθωρισμό, επικρατεί η άποψη ότι η κεντρική τράπεζα θα τηρήσει στάση αναμονής, εφόσον οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παραμείνουν υπό έλεγχο. Συνολικά, η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει ο βασικός παράγοντας που καθορίζει την πορεία των αγορών ενέργειας, με την αβεβαιότητα γύρω από τις διπλωματικές εξελίξεις και τη στρατιωτική κλιμάκωση να διατηρεί υψηλή τη μεταβλητότητα και τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.