Η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου λόγω του πολέμου στο Ιράν επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα για την παγκόσμια οικονομία: πότε ακριβώς οι ενεργειακές πιέσεις μετατρέπονται σε ύφεση; Σύμφωνα με οικονομολόγους, το όριο για τις ΗΠΑ φαίνεται να είναι πιο κοντά από ποτέ.
Αναλυτές που μίλησαν στο MarketWatch εκτιμούν ότι τιμές πετρελαίου γύρω στα 140 δολάρια το βαρέλι — εφόσον διατηρηθούν για μήνες — μπορούν να οδηγήσουν την αμερικανική οικονομία σε ύφεση. Αντίθετα, σε επίπεδα κοντά στα 175 δολάρια, το σενάριο ύφεσης θεωρείται σχεδόν βέβαιο. Σήμερα, οι τιμές κινούνται χαμηλότερα, με το Brent πάνω από τα 110 δολάρια και το αμερικανικό WTI κοντά στα 100 δολάρια — επίπεδα αυξημένα κατά περίπου 70% σε σχέση με πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Το πραγματικό ρίσκο δεν αφορά μόνο την τιμή, αλλά και τη διάρκεια του σοκ. Όπως επισημαίνουν οικονομολόγοι, η επιμονή υψηλών τιμών ενέργειας είναι εξίσου κρίσιμη με το ύψος τους. Παράλληλα, οι λεγόμενες «δευτερογενείς επιπτώσεις» μπορούν να αποδειχθούν εξίσου επιβαρυντικές, όπως η άνοδος επιτοκίων, η πίεση στην αγορά κατοικίας, η πτώση χρηματιστηρίων και η επιβράδυνση της κατανάλωσης. Ήδη, οι πιθανότητες ύφεσης στις ΗΠΑ για το 2026 έχουν αναθεωρηθεί ανοδικά, με ορισμένους οίκους να τις τοποθετούν έως και στο 40%.
Το πιο ακραίο σενάριο αφορά παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ — από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου. Ακόμη πιο επικίνδυνη θα ήταν μια εκτεταμένη καταστροφή ενεργειακών υποδομών στη Μέση Ανατολή, που θα μπορούσε να διατηρήσει τις τιμές σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανεξαρτήτως της εξέλιξης της σύγκρουσης.
Παρά τους κινδύνους, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική οικονομία είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με το παρελθόν. Οι ΗΠΑ είναι πλέον ο μεγαλύτερος παραγωγός ενέργειας στον κόσμο και η οικονομία είναι πιο ενεργειακά αποδοτική. Αυτό σημαίνει ότι μέρος του κόστους επιστρέφει στην οικονομία μέσω εσόδων και επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις είναι ήδη αισθητές. Οι τιμές καυσίμων έχουν αυξηθεί σημαντικά, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Κάθε δολάριο που κατευθύνεται στη βενζίνη αφαιρείται από άλλες δαπάνες, επιβαρύνοντας την κατανάλωση — βασικό πυλώνα της αμερικανικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο διστακτικές στις προσλήψεις, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την αγορά εργασίας.