Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου φαίνεται να βιώνει δύο διαφορετικές πραγματικότητες, σοκαρισμένη και ταυτόχρονα αισιόδοξη για τους επόμενους μήνες. Φαίνεται να αναγνωρίζει και να αρνείται ταυτόχρονα τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης. Από τη μία πλευρά, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αφαιρεί έως και 14 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από την προσφορά, προκαλώντας ένα από τα μεγαλύτερα σοκ στην ιστορία.

Από την άλλη, οι αγορές συνεχίζουν να ποντάρουν σε αποκλιμάκωση, με τα συμβόλαια να «βλέπουν» πτώση τιμών μέσα στους επόμενους μήνες. Παρά τη γεωπολιτική ένταση, οι τιμές παρέμειναν κάτω από τα 90 δολάρια για εβδομάδες, πριν εκτιναχθούν χθες πάνω από τα 125 δολάρια. Η άνοδος αυτή αφορά το συμβόλαιο παράδοσης Ιουνίου, που έληξε χθες, ενώ σήμερα το συμβόλαιο Ιουλίου διαπραγματεύεται κοντά στα 112 δολάρια το βαρέλι. Ακόμη και αυτά τα επίπεδα δεν αντανακλούν πλήρως το μέγεθος της διαταραχής, προειδοποιεί ο Economist.

Το κλείσιμο του Ορμούζ, μιας κρίσιμης αρτηρίας για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας, έχει ήδη περιορίσει δραστικά τις ροές. Τα αποθέματα μειώνονται, τα φορτία στη θάλασσα εξαντλούνται και τα πρώτα κενά στην προσφορά καυσίμων θεωρούνται αναπόφευκτα. Ήδη, σε Ασία και Ευρώπη, οι τιμές σε ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα έχουν εκτοξευθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν διπλασιαστεί.

Παρά τα δεδομένα, η αγορά futures συνεχίζει να προεξοφλεί πτώση τιμών προς τα 80-90 δολάρια έως το τέλος του 2026. Για να επαληθευτεί όμως αυτό το σενάριο, πρέπει να συμβούν τρία πράγματα: συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν, πλήρης επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και ταχεία αποκατάσταση της ροής καυσίμων. Το πρόβλημα είναι ότι με τα δεδομένα που έχουμε σήμερα, κανένα από αυτά δεν μπορεί να θεωρείται βέβαιο. Η Ουάσιγκτον διατηρεί τον ναυτικό αποκλεισμό, ενώ η Τεχεράνη αρνείται να ανοίξει τα Στενά χωρίς ανταλλάγματα. Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο αδιέξοδο, με τον Τραμπ να εξετάζει νέα σφοδρά πλήγματα από τη μία και την αγορά από την άλλη να ποντάρει σε μια λύση που ακόμη δεν φαίνεται στον ορίζοντα.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει συμφωνία, αλλά ποιος θα «λυγίσει» πρώτος. Η πίεση αυξάνεται και στις δύο πλευρές, αλλά με διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες. Το Ιράν, παρά τον αποκλεισμό, διαθέτει σημαντικά περιθώρια αντοχής. Έχει αποθηκευτική ικανότητα που του επιτρέπει να διαχειριστεί την παραγωγή για εβδομάδες ή και μήνες, αποφεύγοντας άμεση κατάρρευση. Παράλληλα, μπορεί να περιορίσει σταδιακά την παραγωγή χωρίς να προκαλέσει μόνιμες ζημιές στα κοιτάσματα.

Από την άλλη, οι ΗΠΑ ποντάρουν στο ότι η οικονομική πίεση θα αναγκάσει την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Όμως, όσο ο χρόνος περνά, το κόστος για την παγκόσμια οικονομία αυξάνεται. Ακόμη και σε περίπτωση συμφωνίας, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση. Η αποναρκοθέτηση του Ορμούζ, η επαναδρομολόγηση δεξαμενόπλοιων, το κόστος ασφάλισης και η επανεκκίνηση παραγωγής και διυλιστηρίων θα απαιτήσουν χρόνο.

Η αγορά ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δεύτερο ενεργειακό σοκ μέσα σε λίγα χρόνια, με άμεσες επιπτώσεις στον πληθωρισμό και την ανάπτυξη. Σε αντίθεση με τις χρηματιστηριακές αγορές, το πετρέλαιο δεν μπορεί να «αγνοήσει» την πραγματικότητα. Αν η προσφορά υπολείπεται της ζήτησης, οι τιμές θα κινηθούν ανοδικά μέχρι να αποκατασταθεί η ισορροπία.