Η ενέργεια έχει ιστορικά αποτελέσει τον «σπινθήρα» για τις μεγαλύτερες οικονομικές κρίσεις. Η αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας (πετρέλαιο και φυσικό αέριο), είναι αυτή τη στιγμή ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει τις κινήσεις στα χρηματιστήρια, περιορίζοντας την επενδυτική ορατότητα και τη διάθεση για ανάληψη ρίσκου. Διεθνείς αναλυτές, όπως η Bank of America, εκφράζουν ανησυχία μήπως η απότομη άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου δημιουργήσει ένα σκηνικό στις αγορές που θα θυμίζει την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Τότε, η τιμή του πετρελαίου διπλασιάστηκε στα 140 δολάρια το βαρέλι μέχρι τον Αύγουστο του 2008 από τα 70 δολάρια τον Ιούλιο του 2007, γεγονός που συνέπεσε με την αρχή της κρίσης των subprime δανείων που παρέσυραν τράπεζες όπως η Bear Stearns.
Πάντως, ο S&P 500, παγκόσμιος δείκτης αναφοράς, έχει υποχωρήσει μόνο κατά 3,96% (κλείσιμο Πέμπτης) μέχρι στιγμής φέτος και περίπου 5% από το ιστορικό υψηλό του, ενώ απέχει ακόμη πολύ από το να φτάσει σε bear market (-20% και πάνω). Οι τιμές του πετρελαίου έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη του πολέμου, αλλά παραμένουν κάτω από το υψηλότερο επίπεδο που παρατηρήθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Η ρωσική εισβολή είχε εκτοξεύσει την τιμή στα 139,13 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από το 2008, όταν είχε φτάσει στο απόλυτο ρεκόρ των 147,50 δολαρίων. Ωστόσο, οι αγορές δεν προεξοφλούν ακόμη ούτε ένα αποτέλεσμα τύπου 2022, όταν το Brent ήταν πάνω από 100 δολάρια/βαρέλι για περίπου 5 μήνες, ενώ είναι πολύ χαμηλότερα από το ρεκόρ του 2008.
Επίσης, σε αντίθεση με τα πετρελαϊκά σοκ τόσο του 2022 όσο και της δεκαετίας του 1970, ο πληθωρισμός είναι γενικά γύρω από τον στόχο. Τουλάχιστον προς το παρόν, δεν έχουμε φτάσει στα ιστορικά όρια που έχουν συμβαδίσει με σημαντικές κινήσεις risk-off σε προηγούμενες πετρελαϊκές κρίσεις. Δεν έχουμε δει ακόμη μια επιθετική στροφή από τις κεντρικές τράπεζες και, δεδομένου του πόσο νωρίς είναι, δεν έχουμε δει ακόμη εμφανή σημάδια επιδείνωσης των οικονομικών δεδομένων. Από την πλευρά της, η Morgan Stanley εκφράζει την άποψη ότι οι επενδυτές πρέπει να ετοιμάζουν «λίστες για τα… ψώνια τους», εν αναμονή της επανέναρξης της Bull Market αργότερα φέτος. Εκτιμά ότι σε έξι μήνες, τα πράγματα πιθανότατα θα έχουν ηρεμήσει μετά από αυτήν την αρχική εκτόξευση, όπως ακριβώς συνέβη και μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Είναι σημαντικό, όπως τονίζει, ότι η απότομη αύξηση των τιμών του πετρελαίου είναι αποτέλεσμα ενός υλικοτεχνικού αδιεξόδου στα Στενά του Χορμούζ και όχι έλλειψης εφοδιασμού. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, οι μετοχές συνήθως αγγίζουν τα χαμηλά τους λίγες μέρες μετά την κορύφωση των τιμών του πετρελαίου. Η BlackRock εστιάζει στον κίνδυνο ενός στασιμοπληθωριστικού σοκ, αλλά αυτό δεν είναι δεδομένο, όπως υποδηλώνει η τιμολόγηση της αγοράς. Πολλές φορές «οι αγορές αναρριχώνται στο τείχος της ανασφάλειας», μια κλασική χρηματιστηριακή ρήση, η οποία έχει επιβεβαιωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν και ίσως επιβεβαιωθεί και αυτή την περίοδο. Η χρηματιστηριακή ιστορία δείχνει ότι οι αγορές τείνουν να προεξοφλούν την αβεβαιότητα πριν το γεγονός και να ανακάμπτουν πριν τελειώσουν οι συγκρούσεις. Κάτι τέτοιο επισημαίνει και η Goldman Sachs: Τα περισσότερα γεωπολιτικά σοκ τα τελευταία χρόνια δεν είχαν μακροχρόνιο αντίκτυπο στα χρηματιστήρια. Η διόρθωση θα αποτελέσει αγοραστική ευκαιρία με σχετικά χαμηλό κίνδυνο.