Ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται και τα τάνκερ δυσκολεύονται να περάσουν από τα Στενά του Ορμούζ, οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν παραμένουν στον αέρα, οι αγορές δείχνουν μια παράδοξη αντίδραση: ανεβαίνουν δυναμικά. Η Wall Street δεν αγνοεί τα κακά νέα, αλλά τα μετατρέπει σε ευκαιρία.

Οι ημέρες μετά τα πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει πανικό. Αντίθετα, για πολλούς επενδυτές έγιναν σήμα αγοράς. Η Wall Street Journal αναφέρει την περίπτωση του Άντονι Ριντ, 30χρονου διανομέα της Amazon στο Ντάλας, ο οποίος, παρά το ρίσκο ενός ενεργειακού σοκ που θα μπορούσε να εκτινάξει τον πληθωρισμό, αποφάσισε να επενδύσει μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεών του στη Robinhood. Η απόφασή του δεν είναι μοναδική, αλλά αποτυπώνει μια ευρύτερη ψυχολογία στις αγορές: όταν οι τιμές πέφτουν, οι επενδυτές αγοράζουν περισσότερο.

Παρά τις απειλές και την ένταση, οι βασικοί δείκτες της Wall Street έχουν επιστρέψει και ξεπεράσει τα προπολεμικά επίπεδα. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί, γνωστοί ως «Magnificent 7», πρόσθεσαν περίπου 2,5 τρισ. δολάρια κεφαλαιοποίησης μέσα σε λίγες ημέρες. Ταυτόχρονα, πιο κερδοσκοπικά στοιχήματα, όπως η Allbirds, εκτινάχθηκαν σχεδόν 600% σε μία ημέρα, μετά την ανακοίνωση στροφής προς την τεχνητή νοημοσύνη.

Το μοτίβο αυτό είναι γνώριμο, καθώς έχει παρατηρηθεί και σε προηγούμενες κρίσεις. Τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες ημερήσιες ανόδους του S&P 500 φέτος καταγράφηκαν εν μέσω πολέμου. Η στρατηγική των επενδυτών έχει απλοποιηθεί: δεν έχει σημασία γιατί πέφτει η αγορά, αλλά να αγοράσεις μόλις πέσει. Αυτή η λογική ενισχύεται από την εμπιστοσύνη στην ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας και την πεποίθηση ότι η πολιτική ηγεσία δεν θα αφήσει τις αγορές να καταρρεύσουν.

Στη Wall Street, αυτή η στρατηγική έχει αποκτήσει το όνομα “TACO trade” (“Trump Always Chickens Out”), υποδηλώνοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ υποχωρεί από τις επιθετικές του κινήσεις αν οι αγορές αντιδρούν αρνητικά. Σήμερα, η αγορά επηρεάζεται όχι μόνο από θεμελιώδη μεγέθη, αλλά και από τεχνικούς παράγοντες. Καθώς αυξάνεται η μεταβλητότητα, hedge funds που είχαν ποντάρει στην πτώση αναγκάζονται να κλείσουν θέσεις, αγοράζοντας μετοχές, γεγονός που τροφοδοτεί περαιτέρω την άνοδο.

Η αγορά ενέργειας παραμένει το βασικό βαρόμετρο, με τις τιμές του πετρελαίου να παρουσιάζουν ακραίες διακυμάνσεις. Οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο επηρεάζουν άμεσα τις αγορές, με κάθε είδηση για εκεχειρία να πιέζει τις τιμές και κάθε ένταση να τις εκτοξεύει. Παρά τη σχετική αποκλιμάκωση, το πετρέλαιο κινείται κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, εν μέσω αβεβαιότητας για την πορεία των συνομιλιών.

Ωστόσο, δεν συμμερίζονται όλοι τον ενθουσιασμό. Ορισμένοι προειδοποιούν ότι οι αγορές αποσυνδέονται από την πραγματικότητα και υποτιμούν τους κινδύνους, όπως η πιθανότητα παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης και υψηλότερου πληθωρισμού. Παρ' όλα αυτά, πολλοί επενδυτές έχουν αναπτύξει μια σχεδόν τυφλή πίστη ότι η αγορά θα ανακάμψει, ανεξαρτήτως των συνθηκών. Όπως λέει ένας επενδυτής, «δεν με νοιάζει γιατί πέφτει — πόλεμος, πανδημία, οτιδήποτε. Απλώς αγοράζω». Η τρέχουσα συγκυρία συνοψίζεται σε ένα παράδοξο: όσο αυξάνεται η αβεβαιότητα, τόσο ενισχύεται η διάθεση για ρίσκο. Οι αγορές δεν αγνοούν τον πόλεμο — έχουν μάθει να ζουν μαζί του και, τουλάχιστον προς το παρόν, να κερδίζουν από αυτόν.