Η τελευταία συνεδρίαση του Μαρτίου ολοκληρώθηκε με σαφώς διαφορετικό πρόσημο από αυτό που περίμεναν και φοβόντουσαν οι επενδυτές της Wall Street. Η δήλωση του Ιρανού προέδρου ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη να τερματίσει τον πόλεμο, υπό ορισμένες εγγυήσεις, σε συνδυασμό με την πρόοδο των συνομιλιών που ανέφεραν Αμερικανοί αξιωματούχοι, έπεισαν τους επενδυτές ότι το σενάριο αποκλιμάκωσης είναι επιτέλους εφικτό. Αυτό οδήγησε τους δείκτες στην ισχυρότερη συνεδρίαση του 2026 και στις υψηλότερες επιδόσεις από τον περασμένο Μάιο.

Στο ταμπλό, ο Dow Jones εκτοξεύτηκε κατά 1.125 μονάδες ή 2,49% στις 46.341, ο S&P 500 κατέγραψε άνοδο 2,91% στις 6.528 μονάδες και ο Nasdaq έκανε άλμα 3,83% φτάνοντας τις 21.590 μονάδες. Παρά την εντυπωσιακή αυτή άνοδο, ο απολογισμός του Μαρτίου παρέμεινε αρνητικός, λόγω του sell-off που είχε προηγηθεί. Ο S&P 500 υποχώρησε κατά πάνω από 5%, σημειώνοντας τη χειρότερη μηνιαία επίδοση του από το 2022. Ανάλογη κάμψη άνω του 5% κατέγραψαν επίσης οι Dow Jones και Nasdaq, με τον τεχνολογικό δείκτη να παραμένει σε περιοχή τεχνικής διόρθωσης με απώλειες άνω του 10% από το τελευταίο υψηλό του.

Το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς έκλεισε σε αρνητικό έδαφος, με τον Nasdaq να έχει χάσει πάνω από 7%, τον S&P 500 περίπου 5% και τον Dow κοντά στο 4%. Ωστόσο, η πιθανότητα τερματισμού των συγκρούσεων και της αποκλιμάκωσης των πετρελαϊκών τιμών μπορεί να σταθεροποιήσει την αγορά και να της επιτρέψει να ανακτήσει σταδιακά το χαμένο έδαφος. Ο δείκτης φόβου VIX έκανε «βουτιά» σχεδόν 16%, πέφτοντας στις 25,79 μονάδες, παραμένοντας ωστόσο πάνω από το όριο ασφαλείας των 20 μονάδων.

Στην αγορά ομολόγων, οι αμερικανικοί τίτλοι κινήθηκαν ανοδικά, οδηγώντας τις αποδόσεις σε δεύτερη ημέρα απωλειών. Η απόδοση του 10ετούς έπεσε στο 4,29% και του 2ετούς στο 3,79%, αν και σε επίπεδο μήνα τα κέρδη τους ήταν σημαντικά. Η αλλαγή κλίματος στην αγορά ήρθε μετά από δημοσίευμα του κρατικού πρακτορείου ειδήσεων του Ιράν, σύμφωνα με το οποίο ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, υποστήριξε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία έχει «την απαραίτητη βούληση να τερματίσει αυτόν τον πόλεμο», αλλά μόνο εφόσον υπάρξουν εγγυήσεις «ώστε να αποτραπεί η επανάληψη της επιθετικότητας.

Νωρίτερα, δημοσίευμα της Wall Street Journal είχε ήδη δώσει μια πρώτη ώθηση στους δείκτες, αποκαλύπτοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι διατεθειμένος να τελειώσει τον πόλεμο, ακόμη και με τα Στενά του Ορμούζ να παραμένουν κλειστά. Ο ίδιος δήλωσε στη New York Post ότι οι ΗΠΑ «δεν θα παραμείνουν εκεί για πολύ ακόμη», προσθέτοντας ότι η θαλάσσια οδός θα ανοίξει «αυτόματα» μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων. Μετά την εξέλιξη αυτή, οι πετρελαϊκές τιμές υποχώρησαν, αν και όχι εντυπωσιακά, δεδομένου ότι οι ροές μέσα από τα Στενά παραμένουν μπλοκαρισμένες.

Η αλλαγή τάσεων βελτίωσε τη διάθεση των επενδυτών. «Οι αγορές έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα για περισσότερο από έναν μήνα και οι προσδοκίες ίσως έχουν υποχωρήσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα, ώστε οποιαδήποτε ένδειξη ελπίδας αποκτά πλέον μεγαλύτερη αξία», σχολίασε ο Μάικλ Μπέιλι της FBB Capital Partners. «Οι αγορές μετοχών ενθουσιάστηκαν από την προοπτική ότι ο Ντόναλντ Τραμπ είναι διατεθειμένος να αποχωρήσει σύντομα από τον πόλεμο με το Ιράν, ανεξαρτήτως του αν τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν ανοιχτά», πρόσθεσε ο Μάικλ Ο’Ρουρκ της Jones Trading.

Σε επίπεδο οικονομίας, τα στοιχεία έδειξαν ότι η καταναλωτική εμπιστοσύνη αυξήθηκε απροσδόκητα τον Μάρτιο, χάρη σε ελαφρώς πιο θετικές εκτιμήσεις για τις επιχειρηματικές και εργασιακές συνθήκες. Την ίδια στιγμή, οι κενές θέσεις εργασίας μειώθηκαν και οι προσλήψεις επιβραδύνθηκαν τον Φεβρουάριο, υποδεικνύοντας εξασθένηση της ζήτησης για εργασία. «Υπάρχουν ορισμένες πρώιμες ενδείξεις σταθεροποίησης τόσο στην καταναλωτική εμπιστοσύνη όσο και στις κενές θέσεις εργασίας μετά από μια σαφή πτωτική τάση στο τέταρτο τρίμηνο», εξήγησε ο Μπρετ Κένγουελ της eToro.

Η εξέλιξη του πολέμου και της ενεργειακής κρίσης θα είναι κομβικής σημασίας για τα επίπεδα εμπιστοσύνης και την πορεία της αγοράς. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα και τις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική της Fed, καθώς η υποχώρηση του πετρελαίου περιορίζει τις πληθωριστικές πιέσεις. Εφόσον η αποκλιμάκωση συνεχιστεί και οι τιμές ενέργειας σταθεροποιηθούν χαμηλότερα, ενισχύεται η πιθανότητα η Fed να επανεξετάσει το ενδεχόμενο νέας μείωσης των επιτοκίων.

Σε επίπεδο μετοχών, το ισχυρό αγοραστικό ενδιαφέρον «αγκάλιασε» τους περισσότερους κλάδους, αν και οι κυκλικές μετοχές και ο τεχνολογικός κλάδος αποκόμισαν τα μεγαλύτερα κέρδη. Ενδεικτικά, οι τράπεζες, όπως η Goldman Sachs, ενισχύθηκαν σημαντικά, όπως και βιομηχανίες, όπως η Caterpillar. Στις Big Tech, οι Microsoft, Amazon, Nvidia και Meta οδήγησαν το ράλι εκτόνωσης στον κλάδο, που είχε καταγράψει και τις μεγαλύτερες ρευστοποιήσεις το προηγούμενο διάστημα. Στον αντίποδα, ο ενεργειακός κλάδος βρέθηκε υπό πίεση, με τις Chevron και ExxonMobil να διορθώνουν σημαντικά. Στις μεμονωμένες μετοχές που έχασαν έδαφος ξεχώρισε και η McCormick, που υποχώρησε πάνω από 6% μετά την ανακοίνωση της εξαγοράς της από τον κλάδο τροφίμων της Unilever.