Ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τις επενδυτικές αποδόσεις στην αγορά κατοικίας αποκαλύπτει το πρώτο «Θερμόμετρο» των ακινήτων, ένα νέο εργαλείο που βασίζεται σε δεδομένα αγγελιών της πλατφόρμας Spitogatos. Η ανάλυση δείχνει ότι περιοχές με πολύ διαφορετικό προφίλ και επίπεδο τιμών μπορεί τελικά να εμφανίζουν παρόμοια επενδυτική απόδοση, ανατρέποντας μια διαδεδομένη αντίληψη της αγοράς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σύγκριση τριών περιοχών της Αττικής, της Γλυφάδας, της Πετρούπολης και της Δραπετσώνας. Παρά τις μεγάλες διαφορές στις τιμές αγοράς κατοικιών, τα στοιχεία δείχνουν ότι η επενδυτική τους απόδοση είναι σχεδόν ίδια. Για την αγορά μιας μέσης κατοικίας απαιτούνται περίπου 342 ενοίκια στη Γλυφάδα, 335 στην Πετρούπολη και 332 στη Δραπετσώνα. Αν και η τιμή αγοράς στη Γλυφάδα είναι σαφώς υψηλότερη, η απόδοση παραμένει παρόμοια, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στη χαμηλή προσφορά ακινήτων προς πώληση σε περιοχές όπως η Πετρούπολη και η Δραπετσώνα, η οποία έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών.

Τα παραπάνω στοιχεία παρουσίασαν ο επιχειρηματίας και αναλυτής Ηλίας Παπαγεωργιάδης και ο Δημήτρης Μελαχροινός, διευθύνων σύμβουλος της Spitogatos, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ελλάδα 2026: Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις». Ο δείκτης αξιοποιεί εκατομμύρια δεδομένα από αγγελίες πώλησης και ενοικίασης κατοικιών και επιχειρεί να αποτυπώσει με απλό τρόπο τις πραγματικές αποδόσεις της αγοράς. Η βασική λογική του δείκτη είναι η εξής: Συγκρίνει τη μέση ζητούμενη τιμή πώλησης με τη μέση ζητούμενη τιμή ενοικίασης σε κάθε περιοχή και υπολογίζει πόσα ενοίκια απαιτούνται για να αγοραστεί ένα ακίνητο. Όσο περισσότερα ενοίκια χρειάζονται για την αγορά μιας κατοικίας, τόσο χαμηλότερη είναι η επενδυτική της απόδοση.

Η ανάλυση των δεδομένων από το 2019 έως το 2025 δείχνει ότι σε πολλές περιοχές της Αττικής οι τιμές πώλησης αυξήθηκαν ταχύτερα από τα ενοίκια, γεγονός που μείωσε τις αποδόσεις για τους επενδυτές. Στο κέντρο της Αθήνας, για παράδειγμα, απαιτούνταν κατά μέσο όρο 161 ενοίκια για την αγορά μιας κατοικίας το 2019, ενώ το 2025 ο αριθμός αυτός έχει αυξηθεί στα 212. Αντίστοιχη τάση καταγράφεται και σε άλλες περιοχές της Αττικής. Στα βόρεια προάστια ο μέσος αριθμός ενοικίων αυξήθηκε από 271 το 2019 σε 288 το 2025, ενώ στα νότια προάστια από 241 σε 311. Στα δυτικά προάστια ο αριθμός αυξήθηκε από 202 σε 238 ενοίκια, ενώ στον Πειραιά από 184 σε 242. Στα προάστια του Πειραιά η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη, από 181 ενοίκια το 2019 σε 241 το 2025.

Εξαίρεση αποτελεί το υπόλοιπο της Αττικής, όπου η εικόνα είναι διαφορετική. Εκεί τα ενοίκια αυξήθηκαν ταχύτερα από τις τιμές πώλησης, με αποτέλεσμα ο μέσος αριθμός ενοικίων για την αγορά κατοικίας να μειωθεί από 246 το 2019 σε 221 το 2025. Τα στοιχεία του «Θερμομέτρου» δείχνουν επίσης ποιες περιοχές εμφανίζουν τις χαμηλότερες αποδόσεις σήμερα. Στο κέντρο της Αθήνας η χαμηλότερη απόδοση καταγράφεται στο Ιστορικό Κέντρο, όπου απαιτούνται 317 ενοίκια για την αγορά κατοικίας. Στα βόρεια προάστια η χαμηλότερη απόδοση εντοπίζεται στον Παπάγου με 459 ενοίκια, στα νότια προάστια στην Αργυρούπολη με 387, ενώ στα δυτικά προάστια στην Πετρούπολη με 335 ενοίκια. Στον Πειραιά η χαμηλότερη απόδοση καταγράφεται στο Νέο Φάληρο με 284 ενοίκια, ενώ στα προάστια του Πειραιά στη Δραπετσώνα με 332. Στο υπόλοιπο της Αττικής η περιοχή με τη χαμηλότερη απόδοση είναι η Σαρωνίδα, όπου απαιτούνται περίπου 333 ενοίκια για την αγορά κατοικίας.

Σύμφωνα με τους δημιουργούς του δείκτη, το «Θερμόμετρο» των ακινήτων μπορεί να αποτελέσει ένα πρακτικό εργαλείο για την κατανόηση της αγοράς και τη σύγκριση των αποδόσεων μεταξύ διαφορετικών περιοχών, προσφέροντας στους υποψήφιους επενδυτές μια πιο καθαρή εικόνα για το πού εντοπίζονται οι ευκαιρίες και πού οι αποδόσεις είναι χαμηλότερες.