Η γεωπολιτική και οικονομική καταιγίδα που ξέσπασε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει προκαλέσει καταιγιστικές εξελίξεις, με σοβαρές συνέπειες σε ανθρώπινες ζωές και μεγάλες οικονομικές απώλειες. Παράλληλα, η στροφή των ΗΠΑ στην εξωτερική πολιτική μετά την εκλογή του προεδρου Τραμπ και η ανάγκη αμυντικής χειραφέτησης της Ευρώπης έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, μια τάση που παρατηρείται παγκοσμίως και ενισχύεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Αυτή η κατάσταση έχει φέρει τις ευρωπαϊκές αμυντικές μετοχές σε θέση να είναι ανάμεσα στους μεγαλύτερους «κερδισμένους», με αποδόσεις και δείκτες τιμών προς κέρδη (P/E) που σε ορισμένες περιπτώσεις θυμίζουν περισσότερο τεχνολογική φούσκα παρά «βαριά βιομηχανία». Η εικόνα αυτή είναι δραματικά διαφορετική από το πρόσφατο παρελθόν, όταν η βαριά βιομηχανία, όπως η μεταλλουργία και η παραγωγή πολεμικού υλικού, θεωρούνταν «ευαίσθητες» έως «τοξικές» για τους αναλυτές και τους διαχειριστές επενδυτικών χαρτοφυλακίων.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συνέπειές του έχουν αλλάξει ριζικά την κατάσταση. Η πράσινη μετάβαση και οι πολιτικές ESG ξεχάστηκαν σχεδόν αμέσως μετά την εισβολή, με τις βιομηχανίες πολεμικού υλικού να βλέπουν τις παραγγελίες και τα κέρδη τους να αυξάνονται, εκτοξεύοντας τις μετοχές τους. Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι για να διατηρηθούν αυτά τα μεγέθη, οι παραγγελίες θα πρέπει να συνεχιστούν, κάτι που προϋποθέτει τη συνέχιση της γεωπολιτικής αστάθειας και των συγκρούσεων.
Από τον Απρίλιο του 2022 μέχρι σήμερα, η μετοχή της γερμανικής Rheinmetall έχει εκτοξευθεί από τα 86,7 ευρώ στα 1.379,5 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση περίπου 1.491%. Στο ίδιο διάστημα, η ιταλική Leonardo έχει φτάσει από τα 6,79 ευρώ στα 56,62 ευρώ (+733%), ενώ οι σουηδική Saab και νορβηγική Kongsberg έχουν σημειώσει αντίστοιχες αυξήσεις της τάξης του +842% και +839%. Ακόμη και οι πιο «ώριμοι» κολοσσοί, όπως η βρετανική BAE Systems και η γαλλική Thales, καταγράφουν αυξήσεις περίπου +308% και +181%, ενώ ο ευρύτερος δείκτης Stoxx 600 περιορίζεται στο +31,5% στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Η υπεραπόδοση των ευρωπαϊκών αμυντικών εταιρειών δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο, καθώς οι προϋπολογισμοί άμυνας αναθεωρούνται προς τα πάνω σε όλη την Ευρώπη. Από το 2022 και μετά, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεσμεύονται σε πολυετή προγράμματα επανεξοπλισμού και ενίσχυσης της αεράμυνας, αλλάζοντας τη στάση τους απέναντι στον αμυντικό κλάδο σε πολιτική ανάγκης.
Η μεταστροφή αυτή έχει οδηγήσει σε παραγγελίες ρεκόρ για εταιρείες όπως η Rheinmetall, η Saab, η Thales και η BAE Systems, με συμβάσεις που προμηνύουν κέρδη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας. Η Rheinmetall έχει δει αύξηση παραγγελιών σε πυρομαχικά και οχήματα μάχης, ενώ η Saab έχει επωφεληθεί από τη στροφή της Σουηδίας προς το ΝΑΤΟ.
Η βρετανική BAE έχει επωφεληθεί από το πρόγραμμα AUKUS και την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών, ενώ η γαλλική Thales συνδυάζει το παραδοσιακό πολεμικό υλικό με ψηφιακή τεχνολογία ασφάλειας. Η συγκριτική απόδοση του STOXX 600 δείχνει ότι οι αμυντικές μετοχές έχουν υπεραποδώσει σημαντικά, με κλαδικούς δείκτες να καταγράφουν αποδόσεις άνω του 250-300% τα τελευταία χρόνια.
Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι μεγάλο μέρος της επανατιμολόγησης του κλάδου βασίζεται στην υπόθεση ότι οι αμυντικές δαπάνες θα παραμείνουν αυξημένες για πολλά χρόνια, ενσωματώνοντας τις γεωπολιτικές εντάσεις. Αυτό σημαίνει ότι τα τωρινά επίπεδα των μετοχών ενσωματώνουν ήδη σημαντικές προσδοκίες για τη διαρκή αύξηση των κερδών, υποδεικνύοντας ότι η αγορά έχει προεξοφλήσει τη συνέχιση της αστάθειας και των συγκρούσεων τα επόμενα χρόνια.