Οι αυτοαπασχολούμενοι που ζητούν φορολογικό έλεγχο για να αμφισβητήσουν τα τεκμαρτά ποσά εισοδήματος που τους προσδιορίζουν τα αντικειμενικά κριτήρια, καλούνται να καταβάλουν υπέρογκα ποσά φόρων και προστίμων, πολύ μεγαλύτερα από αυτά που προσπαθούν να αποφύγουν. Οι αρμόδιες φοροελεγκτικές υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) προχωρούν στο άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών τους και διενεργούν εξονυχιστικούς ελέγχους στις κινήσεις αυτών των λογαριασμών. Οι φορολογούμενοι καλούνται να δικαιολογήσουν ακόμη και μικροπιστώσεις που πραγματοποιήθηκαν στους λογαριασμούς τους. Συνήθως, δεν καταφέρνουν να δικαιολογήσουν την προέλευση ενός τμήματος ή του συνόλου των εντοπισμένων μικροπιστώσεων, με αποτέλεσμα οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ να τους επιβάλλουν φόρο 33% επί του συνολικού ποσού των αδικαιολόγητων πιστώσεων, χαρακτηρίζοντας τα ποσά αυτά ως «προσαύξηση περιουσίας από αδήλωτες πηγές». Επιπλέον, αν ο συνολικός φόρος που προκύπτει από τον έλεγχο είναι μεγαλύτερος από τον συνολικό φόρο του εκκαθαριστικού σημειώματος, επιβάλλεται και πρόστιμο ανακρίβειας 50% επί της πρόσθετης διαφοράς φόρου.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι οι φορολογούμενοι αυτοί να καλούνται να πληρώσουν πολλαπλάσια ποσά φόρων και προστίμων από τα ποσά του φόρου εισοδήματος που τους έχουν καταλογιστεί με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια. Περίπου 1.000 φορολογούμενοι που αμφισβητούν τα τεκμαρτά εισοδήματα ελέγχονται κάθε χρόνο από τις αρμόδιες φοροελεγκτικές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ και στις περισσότερες περιπτώσεις όχι μόνο δεν γλιτώνουν από τα ποσά των φόρων αυτών, αλλά καλούνται να πληρώσουν πολλαπλάσια ποσά, συμπεριλαμβανομένων βαριών προστίμων για υποβολή ανακριβών φορολογικών δηλώσεων.

Δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις περιλαμβάνουν φορολογούμενους που υπέβαλαν αιτήματα αμφισβήτησης των τεκμαρτών ποσών εισοδήματος. Στην πρώτη περίπτωση, φορολογούμενος αμφισβήτησε το τεκμαρτό καθαρό εισόδημα επιχειρηματικής δραστηριότητας ύψους 16.488,76 ευρώ και τον αναλογούντα φόρο ύψους 2.337,52 ευρώ. Ο φορολογικός έλεγχος που ακολούθησε κατέληξε σε πρόσθετο φορολογητέο εισόδημα ύψους 39.311,62 ευρώ, το οποίο φορολογήθηκε με 33%, με αποτέλεσμα ο φορολογούμενος να κληθεί να καταβάλει επιπλέον φόρο εισοδήματος 12.972,83 ευρώ, καθώς και πρόστιμο ανακρίβειας ίσο με 50% του επιπλέον φόρου.

Στη δεύτερη περίπτωση, ελεύθερος επαγγελματίας υπέβαλε αίτηση αμφισβήτησης του τεκμαρτού εισοδήματος ύψους 12.234,52 ευρώ. Ο έλεγχος αποκάλυψε ποσό πιστώσεων 8.361,29 ευρώ, το οποίο δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει. Έτσι, το ποσό αυτό φορολογήθηκε με 33%, και ο τελικός φόρος που εκλήθη να πληρώσει ήταν 2.645,80 ευρώ, υπερδιπλάσιος από τον αρχικό φόρο του εκκαθαριστικού, ο οποίος ήταν 1.279,31 ευρώ. Επίσης, του επιβλήθηκε πρόστιμο ανακρίβειας ύψους 683,25 ευρώ.