Μία από τις βασικές υποχρεώσεις ενός κεντρικού τραπεζίτη είναι να διατηρεί πάντα την ψυχραιμία του, δείχνοντας ότι έχει τον έλεγχο της κατάστασης, ανεξαρτήτως των συνθηκών. Αν δοθεί η λανθασμένη εντύπωση ή αν οι επενδυτές πιστέψουν ότι η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου, οι αγορές και η οικονομία μπορεί να ανατραπούν. Παρά τις ψύχραιμες και ασαφείς δηλώσεις που έχουν γίνει από τους αρμόδιους μετά τον πόλεμο στο Ιράν, οι κεντρικοί τραπεζίτες, και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, ανησυχούν για το ενδεχόμενο ενός νέου πληθωριστικού κύματος, όπως αυτό που ακολούθησε τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ο μεγαλύτερος «εφιάλτης» της ΕΚΤ είναι να επαναλάβει το λάθος του 2022, όταν είχε χαρακτηρίσει την άνοδο των τιμών «μεταβατική», με αποτέλεσμα να καθυστερήσει τις αυξήσεις επιτοκίων, επιτρέποντας στις τιμές να εκτοξευτούν και τον τιμάριθμο να φτάσει κοντά στο 10%. Ένας αξιωματούχος της ΕΚΤ εξέφρασε την ανησυχία του, δηλώνοντας ανώνυμα στο Reuters: «Πρέπει πάση θυσία να αποφύγουμε να ξαναμιλήσουμε για μεταβατικό πληθωρισμό». Σήμερα, με τις τιμές του πετρελαίου να αυξάνονται ξανά λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, το ενδεχόμενο ενός νέου ενεργειακού σοκ επανέρχεται και οι κεντρικές τράπεζες ανησυχούν.
Το δίλημμα είναι σαφές: αν η ΕΚΤ υποτιμήσει ξανά το σοκ και κινηθεί αργά, διακινδυνεύει νέο κύμα πληθωρισμού. Αν αντιδράσει υπερβολικά, μπορεί να «σφίξει» την οικονομία στα πρόθυρα ύφεσης. Αυτή η κατάσταση προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς το ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι κεντρικές τράπεζες θα μειώσουν τα επιτόκια, αλλά αν θα προχωρήσουν σε αυξήσεις.
Στις ΗΠΑ, η Fed παρακολουθεί την κατάσταση από διαφορετική οπτική. Ο Neel Kashkari, επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Μινεάπολις, παραδέχεται ότι πριν από τον πόλεμο στο Ιράν περίμενε τουλάχιστον μία μείωση επιτοκίων το 2026, αλλά τώρα «ο πόλεμος δημιουργεί μεγάλη αβεβαιότητα για τη διαδρομή των επιτοκίων». Η Goldman Sachs προειδοποιεί ότι μια άνοδος του Brent στα 100 δολάρια θα μπορούσε να προσθέσει έως 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό και να μειώσει την παγκόσμια ανάπτυξη κατά 0,4 μονάδες, νούμερα που η Fed δεν μπορεί να αγνοήσει χωρίς να θυσιάσει την αξιοπιστία της.
Οι τοποθετήσεις των μελών του Συμβουλίου της ΕΚΤ, αν και «φιλτραρισμένες» με τη γνωστή διπλωματική γλώσσα, αποκαλύπτουν την ανησυχία τους. Ο Γιάννης Στουρνάρας, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, δήλωσε ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει «να κρατήσει ανοιχτές τις επιλογές της» στα επιτόκια, καθώς οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια των εχθροπραξιών. Ο Λετονός ομόλογός του, Martins Kazaks, κάλεσε την ΕΚΤ να «μην βιαστεί», υποστηρίζοντας ότι η εξέλιξη εξαρτάται από το ποιος παράγοντας θα κυριαρχήσει: ο πληθωρισμός ή η ύφεση.
Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της ΕΚΤ δείχνουν ότι πριν από τον πόλεμο, οι αξιωματούχοι ανησυχούσαν ότι ο πληθωρισμός θα πέσει κάτω από τον στόχο του 2%. Ωστόσο, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Οι αγορές τιμολογούν πλέον πιθανότητα 20–30% για αύξηση επιτοκίων μέχρι τα τέλη του 2026, ενώ traders εκτιμούν ότι η πιθανότητα φτάνει στο 40–50%. Ο Philip Lane, επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, δήλωσε ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα προκαλούσε «σημαντική αύξηση» του πληθωρισμού λόγω ενεργειακού κόστους και «απότομη πτώση» της οικονομικής δραστηριότητας.
Η κρίση στο Ιράν δεν επηρεάζει μόνο την τιμή του πετρελαίου, αλλά πλήττει και το φυσικό αέριο, τα λιπάσματα και τα τρόφιμα, καθιστώντας τον πληθωρισμό πιο επίμονο. Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν περίπου 45%, με αναλυτές να βλέπουν περιθώριο ανόδου έως και 130% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Οι ροές λιπασμάτων από τη Μέση Ανατολή διαταράσσονται, προκαλώντας άλμα τιμών και κίνδυνο διπλασιασμού στα αζωτούχα προϊόντα, τη στιγμή που ξεκινά η σπορά.
Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα για τις κεντρικές τράπεζες δεν είναι μόνο η ονομαστική τιμή του Brent, αλλά και οι δευτερογενείς επιπτώσεις. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι μια επίμονη αύξηση 10% στις τιμές πετρελαίου αφαιρεί 0,1–0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την παγκόσμια ανάπτυξη και προσθέτει 0,2–0,4 στον πληθωρισμό. Όσο περισσότερο διαρκεί το σοκ, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να εδραιωθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες και να περάσουν στο μισθολογικό κόστος, προκαλώντας δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις.
Η ΕΚΤ έχει ήδη εκτιμήσει ότι ένας συνδυασμός +14,2% στο πετρέλαιο και +20% στο φυσικό αέριο μπορεί να προσθέσει γύρω στο 0,5 της μονάδας στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης. Η Goldman Sachs, για το δυσμενέστερο σενάριο με Brent στα 100 δολάρια και ευρωπαϊκό φυσικό αέριο στα 100 €/MWh, θεωρεί ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να εκτοξευθεί έως και 3,6 μονάδες μέχρι το τέλος του 2026.
Στο πλαίσιο αυτό, η φράση «δεν θα τον πούμε ξανά μεταβατικό» αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο: οι κεντρικοί τραπεζίτες προτιμούν πλέον να κινηθούν νωρίτερα ή τουλάχιστον να διατηρήσουν τα επιτόκια ψηλά για περισσότερο, παρά να βρεθούν πίσω από την καμπύλη.
Σχετικά με το ενδεχόμενο ενός νέου πετρελαϊκού σοκ, υπάρχουν τρία βασικά σενάρια για την οικονομία και τις αγορές:
- Ήπιο, βραχύβιο σοκ – «σφίξιμο» χωρίς ανατροπή: Σε αυτό το σενάριο, ο πόλεμος στο Ιράν διαρκεί γύρω στις τέσσερις εβδομάδες, οι ροές από το Ορμούζ περιορίζονται αλλά δεν σταματούν, και η αγορά πετρελαίου προσαρμόζεται γρήγορα. Το Brent κινείται κυρίως στην περιοχή 85–90 δολ./βαρέλι, με τον πληθωρισμό να «αναπηδά» κατά 0,1–0,3 μονάδες, αλλά αυτό το κύμα σβήνει καθώς οι τιμές ενέργειας ομαλοποιούνται.
- Παρατεταμένο πετρελαϊκό σοκ: Αν ο πόλεμος διαρκέσει περισσότερο και η διεθνής ναυτιλία στα Στενά του Ορμούζ παραμείνει υποτονική, το σοκ μετατρέπεται σε διαρθρωτικό για την περίοδο 2026–2027. Η Goldman Sachs υπολογίζει ότι ένα τέτοιο επίπεδο θα μπορούσε να προσθέσει έως 0,7 μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό και να αφαιρέσει 0,4 από την ανάπτυξη.
- Μεγάλο σοκ – το ρίσκο της ύφεσης: Σε περίπτωση σοβαρής καταστροφής ενεργειακών υποδομών και παρατεταμένης διαταραχής των ροών από τον Περσικό Κόλπο, οι αναλυτές μιλούν για «εγγυημένη παγκόσμια ύφεση». Ο πληθωρισμός θα εκτροχιαστεί, ακυρώνοντας τη σύσφιξη των τελευταίων ετών.