Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει εδώ και τρία χρόνια ένα εργαλείο που σχεδιάστηκε για τις μεγάλες γεωοικονομικές συγκρούσεις του 21ου αιώνα, το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ. Ωστόσο, το λεγόμενο anti-coercion instrument –το «εμπορικό μπαζούκα» των Βρυξελλών– περνά από τη θεωρία στην πράξη, καθώς οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για δασμούς και «εκβιασμό» σχετικά με τη Γροιλανδία φέρνουν την Ε.Ε. μπροστά σε μια ιστορική απόφαση.
Το anti-coercion instrument (ACI) υιοθετήθηκε το 2023, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εμπορικές σχέσεις παγκοσμίως άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως όπλο ισχύος. Στόχος του είναι να προστατεύει την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη από οικονομικό εξαναγκασμό τρίτων χωρών. Η Ε.Ε. ορίζει ως εξαναγκασμό κάθε περίπτωση όπου ένα κράτος απειλεί ή επιβάλλει μέτρα στο εμπόριο ή στις επενδύσεις για να αναγκάσει την Ένωση ή ένα κράτος-μέλος να αλλάξει πολιτική, να λάβει συγκεκριμένη απόφαση ή να εγκαταλείψει κυριαρχικά του δικαιώματα.
Η απειλή δασμών εναντίον της Δανίας ώστε να αποδεχθεί την πώληση της Γροιλανδίας εμπίπτει ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο. Το ACI δεν περιορίζεται σε αντίμετρα τύπου «δασμοί για δασμούς». Δίνει στην Ε.Ε. τη δυνατότητα να χτυπήσει στην καρδιά της ενιαίας αγοράς, που αριθμεί περίπου 500 εκατομμύρια καταναλωτές. Συγκεκριμένα, επιτρέπει:
- Περιορισμό ή απαγόρευση εισαγωγών και εξαγωγών αγαθών
- Αποκλεισμό ξένων εταιρειών από δημόσιους διαγωνισμούς
- Περιορισμό πρόσβασης στην αγορά υπηρεσιών
- Αναστολή ή περιορισμό δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας
- Περιορισμό επενδύσεων και αδειών λειτουργίας
Για τις ΗΠΑ, αυτό σημαίνει ότι αμερικανικές εταιρείες –από τη βιομηχανία έως την τεχνολογία– θα μπορούσαν να βρεθούν εκτός της ευρωπαϊκής αγοράς. Γι’ αυτό και το εργαλείο χαρακτηρίζεται «πυρηνική επιλογή»: δεν στοχεύει απλώς προϊόντα, αλλά ολόκληρα επιχειρηματικά μοντέλα.
Η διαδικασία ενεργοποίησης του ACI είναι χρονοβόρα και πολιτικά βαρύ. Αποτελείται από τρία στάδια: Έρευνα, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει έως τέσσερις μήνες για να εξετάσει αν υπάρχει εξαναγκασμός. Στη συνέχεια, ακολουθεί η πολιτική απόφαση, όπου τα κράτη-μέλη αποφασίζουν με ειδική πλειοψηφία. Τέλος, αν αποτύχουν οι συνομιλίες, η Ε.Ε. μπορεί να ενεργοποιήσει τα μέτρα. Ακόμη και η έναρξη της διαδικασίας λειτουργεί αποτρεπτικά, στέλνοντας μήνυμα ότι η Ε.Ε. είναι έτοιμη να κλιμακώσει.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν η Ε.Ε. μπορεί να χρησιμοποιήσει το εργαλείο, αλλά αν πρέπει. Το ACI δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ, ούτε απέναντι στην Κίνα όταν περιόρισε εξαγωγές σπάνιων γαιών, ούτε σε προηγούμενες εμπορικές συγκρούσεις με τις ΗΠΑ. Χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία παραμένουν επιφυλακτικές, φοβούμενες κλιμάκωση σε πλήρη εμπορικό πόλεμο, πλήγμα στις διατλαντικές σχέσεις και παρενέργειες στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Ωστόσο, η δημόσια τοποθέτηση ηγετών όπως ο Εμανουέλ Μακρόν δείχνει ότι η ανοχή απέναντι σε απειλές κυριαρχίας εξαντλείται. Η υπόθεση της Γροιλανδίας αποτελεί δοκιμασία γεωπολιτικής ενηλικίωσης για την Ε.Ε. Αν το anti-coercion instrument μείνει ανενεργό ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, θα παγιωθεί η εικόνα μιας Ένωσης που διαθέτει ισχύ στα χαρτιά αλλά διστάζει να τη χρησιμοποιήσει.
Από την άλλη, η ενεργοποίησή του απέναντι στις ΗΠΑ εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους: οικονομική αβεβαιότητα, αναταράξεις στις αγορές και ρήγμα σε μια συμμαχία που παραμένει κρίσιμη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Το δίλημμα είναι σαφές: αν η Ε.Ε. δεν υπερασπιστεί την κυριαρχία κράτους-μέλους απέναντι σε ανοιχτό οικονομικό εκβιασμό, πότε ακριβώς θα το κάνει; Το «μπαζούκα» ίσως σχεδιάστηκε ως αποτροπή, αλλά τώρα η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει αν είναι απλώς ένα όπλο βιτρίνας ή πραγματικό εργαλείο ισχύος.