Αναλυτές συμφωνούν ότι αν η κατάσταση στο Ιράν γίνει ανεξέλεγκτη, οι επιπτώσεις στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα θα είναι τεράστιες. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις δεν ήταν οι ίδιες μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο από τη Βενεζουέλα, καθώς το Ιράν παράγει περίπου τετραπλάσιες ποσότητες πετρελαίου. Υπάρχει, ωστόσο, και η μερίδα των αναλυτών που παρατηρεί ότι οι αγορές ποντάρουν στην ειρήνη και ότι ο πρόεδρος Τραμπ ενδεχομένως θα αναγκαστεί να στηριχθεί περισσότερο στους δασμούς παρά σε στρατιωτικές επιθέσεις για να πλήξει το καθεστώς της Τεχεράνης.

Όπως εξηγεί ο Αντρέας Γκόλντχαου, διευθυντής της Σχολής Δημόσιας Πολιτικής Willy Brandt στο Πανεπιστήμιο του Έρφουρτ, «Το Ιράν είναι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός στον OΠΕΚ. Η παραγωγή του καλύπτει περίπου το 4% της παγκόσμιας ζήτησης, ενώ η Βενεζουέλα μόλις γύρω στο 1%». Ο Γκόλντχαου προσθέτει ότι το Ιράν εκτιμάται ότι εξάγει περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ενώ η Βενεζουέλα μόλις 350.000. Οι διεθνείς αγορές θα το ένιωθαν πολύ πιο έντονα αν σταματούσε η ιρανική παραγωγή.

Επιπλέον, στην περίπτωση του Ιράν, το βάρος της ανησυχίας για μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο είναι καθοριστικό. «Περίπου το μισό των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής βρίσκονται στη Μέση Ανατολή. Οι πολιτικές εξελίξεις στο Ιράν επηρεάζουν τις αγορές πολύ περισσότερο από εκείνες στη Βενεζουέλα», προσθέτει ο Γκόλντχαου.

Αν η ιρανική παραγωγή διακοπεί, για παράδειγμα, λόγω μιας απεργίας ή μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης, οι τιμές του πετρελαίου θα εκτιναχθούν βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα, άλλοι παραγωγοί θα μπορούσαν να καλύψουν το κενό, ενώ και τα στρατηγικά αποθέματα της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν. Ωστόσο, ο Γκόλντχαου επισημαίνει ότι το μεγαλύτερο ρίσκο είναι η εξάπλωση της σύγκρουσης στην περιοχή. Ένας αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 25% του παγκόσμιου πετρελαίου, θα μπορούσε να εκτινάξει τις τιμές έως και τα 120 δολάρια το βαρέλι, σύμφωνα με εκτιμήσεις επενδυτικών τραπεζών όπως η JPMorgan Chase.

Χθες, 14 Ιανουαρίου, το πετρέλαιο μπρεντ υποχώρησε κατά περίπου 1%–2% μέσα σε λίγες ώρες, αφ’ ότου ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν «σταματά». Το West Texas Intermediate κινήθηκε προς τα 62 δολάρια το βαρέλι, εξαλείφοντας μέσα σε μία συνεδρίαση εβδομάδες γεωπολιτικού risk premium, την ώρα που ο αριθμός των νεκρών σε ιρανικές πόλεις έφτανε τις χιλιάδες. Αυτή η αντίδραση δεν ήταν αυταπάτη των αγορών, αλλά αποτίμηση ενός πολύ συγκεκριμένου περιορισμού: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να «βομβαρδίσουν» μια ακέφαλη εξέγερση μέχρι τη νίκη.

Η κυρίαρχη ανάγνωση συμπυκνώθηκε σε ένα μήνυμα: «καμία αμερικανική στρατιωτική επέμβαση». Οι αγορές έσπευσαν προς τη «συμβατική» πλευρά, τιμολογώντας σταθερότητα, ακόμη και όταν οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας συνέχιζαν τις επιχειρήσεις και οι διαδηλώσεις αυξάνονταν. Η μεταγενέστερη ανακοίνωση του Τραμπ για «δασμούς 25%» σε χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν επιβεβαίωσε τη στρατηγική που περίμεναν οι αγορές. Κίνα, Ινδία, ΗΑΕ, Τουρκία και Βραζιλία — βασικοί εμπορικοί εταίροι της Τεχεράνης — βρίσκονται αντιμέτωποι με πιθανές οικονομικές κυρώσεις.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής παραμένουν θολές, αλλά το σήμα ήταν καθαρό: στροφή από τους πυραύλους στους ισολογισμούς. Οι αγορές το διάβασαν ως επιβεβαίωση του στοιχήματος αποκλιμάκωσης. Οι αγορές ποντάρουν ότι η «μέγιστη πίεση» του Τραμπ θα έρθει μέσω δασμών, όχι μέσω πυραύλων Τόμαχοκ. Το στοίχημα αυτό θα αλλάξει μόνο αν η στρατιωτική προετοιμασία μιλήσει πιο δυνατά από τη ρητορική. Μέχρι τότε, οι τιμές του πετρελαίου θα συνεχίσουν να αντανακλούν θεμελιώδη μεγέθη και όχι τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Οι αγορές δείχνουν αυτό που η Ουάσιγκτον αποφεύγει να παραδεχθεί: η κρίση στο Ιράν δεν έχει στρατιωτική λύση που να μπορούν να αντέξουν οι σύμμαχοι των ΗΠΑ.