Οι ευρωπαϊκές οικονομίες συνεχίζουν να υπο-αξιοποιούν έναν από τους πιο ισχυρούς πόρους τους: τις γυναίκες υψηλού μορφωτικού επιπέδου. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξεπερνούν τους άνδρες σε επίπεδο εκπαίδευσης, η συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας παραμένει αισθητά χαμηλότερη, σύμφωνα με έρευνα του οίκου Morningstar DBRS. Έτσι, ένα μεγάλο απόθεμα δεξιοτήτων παραμένει αναξιοποίητο σε μια περίοδο όπου η δημογραφική γήρανση περιορίζει όλο και περισσότερο την προσφορά εργατικού δυναμικού.

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει ισχυρές δημογραφικές πιέσεις. Πάνω από το ένα πέμπτο του πληθυσμού της Ε.Ε. είναι ήδη ηλικίας άνω των 65 ετών, με το ποσοστό αυτό να αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια. Αυτή η εξέλιξη συρρικνώνει τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας και αυξάνει τον δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων, δημιουργώντας προκλήσεις για την ανθεκτικότητα των οικονομιών. Σύμφωνα με τον οίκο Morningstar DBRS, το 2024 ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων στην Ε.Ε. έφθασε το 37%, από 27% το 2004, και προβλέπεται να πλησιάσει το 40% μέχρι το τέλος της δεκαετίας και περίπου το 50% μέχρι τα μέσα του αιώνα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι σήμερα αντιστοιχούν λιγότεροι από τρεις εργαζόμενοι σε κάθε πολίτη άνω των 65 ετών.

Οι δημογραφικές πιέσεις δεν είναι ίδιες σε όλες τις χώρες. Η Ιταλία και η Πορτογαλία εμφανίζουν από τα υψηλότερα ποσοστά ηλικιωμένων κατοίκων στην Ε.Ε., ενώ χώρες όπως το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία διατηρούν σχετικά νεότερο πληθυσμό. Ωστόσο, η γενική τάση είναι σαφής: η δεξαμενή εργατικού δυναμικού στην Ευρώπη συρρικνώνεται.

Την ίδια στιγμή, το μορφωτικό επίπεδο των γυναικών στην Ευρώπη έχει αυξηθεί εντυπωσιακά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Σχεδόν οι μισές γυναίκες ηλικίας 25 έως 34 ετών στην Ε.Ε. είχαν ολοκληρώσει τριτοβάθμια εκπαίδευση το 2024, έναντι μόλις 29% το 2004. Συνολικά, περίπου το 40% των γυναικών ηλικίας 15 έως 74 ετών διαθέτει πτυχίο πανεπιστημίου ή υψηλότερο τίτλο σπουδών, σε σύγκριση με περίπου 33% των ανδρών. Παρά την εκπαιδευτική αυτή πρόοδο, η μετάφραση των προσόντων σε ισότιμη συμμετοχή στην αγορά εργασίας παραμένει ελλιπής. Οι γυναίκες εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης από τους άνδρες, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό εργάζεται μερικώς απασχολούμενο.

Επιπλέον, οι γυναίκες παραμένουν υποεκπροσωπημένες σε τομείς υψηλής ζήτησης, όπως η μηχανική και η πληροφορική. Οι αναλυτές του οίκου επισημαίνουν ότι τα χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας συνιστούν ένδειξη σημαντικής υποαξιοποίησης ανθρώπινου κεφαλαίου στην Ευρώπη. Σε μια περίοδο όπου οι δημογραφικές εξελίξεις περιορίζουν την προσφορά εργασίας, η ευρύτερη ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας θα μπορούσε να ενισχύσει την ικανότητα των οικονομιών να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού και να στηρίξουν πιο βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης.

Η απασχόληση των γυναικών ηλικίας 20–64 ετών στην ευρωζώνη έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, φθάνοντας το 71% το 2024, από περίπου 60% το 2009. Ωστόσο, το ποσοστό παραμένει περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το αντίστοιχο των ανδρών, που βρίσκεται στο 81%. Οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών είναι επίσης μεγάλες. Στη Φινλανδία, τα ποσοστά απασχόλησης ανδρών και γυναικών είναι σχεδόν ισότιμα, ενώ σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ελλάδα η διαφορά μπορεί να φθάνει έως και τις 19 ποσοστιαίες μονάδες.

Η ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας θα μπορούσε να έχει σημαντικά οικονομικά οφέλη για την Ευρώπη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η μείωση των διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην απασχόληση, τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και τις ώρες εργασίας θα μπορούσε να αυξήσει τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ κατά περίπου 0,10 ποσοστιαίες μονάδες και να ενισχύσει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά σχεδόν 4% έως το 2060. Παράλληλα, η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών έχει ήδη συμβάλει σημαντικά στην οικονομική δραστηριότητα. Μεταξύ 2002 και 2022, η μεγαλύτερη συμβολή των γυναικών στην αγορά εργασίας ενίσχυσε την παραγωγικότητα της εργασίας και στήριξε την ανάπτυξη, αντισταθμίζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις της μείωσης του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας.

Καθώς οι δημογραφικές πιέσεις εντείνονται, η πλήρης αξιοποίηση των δεξιοτήτων των γυναικών αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες ευκαιρίες για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης οικονομικής ανθεκτικότητας της Ευρώπης.